Κατά 30,8% ήταν ακριβότερη η χονδρική τιμή ρεύματος στην Ελλάδα το 2024 σε σχέση με την Ευρώπη
Σημαντικά υψηλότερη ήταν η τιμή χονδρικής του ηλεκτρισμού στην Ελλάδα το 2024, σε σχέση με το μέσο ευρωπαϊκό όρο, που κατέγραψε μεν πτώση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αλλά χαρακτηρίστηκε τόσο από τις μεγάλες αποκλίσεις τιμών μεταξύ των χωρών, όσο και από μεγάλη αστάθεια, έντονη μεταβλητότητα και αύξηση της συχνότητας εμφάνισης αρνητικών τιμών.
Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαίου Ρυθμιστή (ACER) το 2024 ήταν η χρονιά κατά την οποία η Ευρώπη κατέγραψε τις χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας από το 2021 , με αισθητές όμως τις διαφορές μεταξύ των περιφερειακών αγορών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα, όπου σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, η μέση τιμή στην προημερήσια και την ημερήσια αγορά ηλεκτρισμού το 2024 διαμορφώθηκε στα 105,95 ευρώ/MWh- και φθάνει στα 121,71 ευρώ/MWh αν προσθέσουμε τις προσαυξήσεις της Αγοράς Εξισορρόπησης-, έναντι μόλις 81 ευρώ/MWh, που ήταν η τιμή χονδρικής κατά μέσον όρο στην Ευρώπη, σε μία χρονιά που παρουσίασε μεγάλη αύξηση της εμφάνισης αρνητικών τιμών.
Συνολικά η μέση τιμή ηλεκτρισμού στην Ευρώπη μειώθηκε κατά 16% σε σχέση με το 2023, ενώ η
η μέση τιμή του φυσικού αερίου το 2024 διαμορφώθηκε στα 34 ευρώ/MWh.
Στην αναφορά του για την κρίση τιμών του καλοκαιριού, ο ACER επισημαίνει ότι μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμρίου 2024 οι ωριαίες τιμές ηλεκτρισμού στη χονδρική ξεπέρασαν τα 300 ευρώ/MWh για 104 ώρες στην Ελλάδα, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία. Παραδέχεται ότι στο φαινόμενο αυτό είχαν ρόλο οι εξαγωγές στην Ουκρανία, προσθέτοντας ότι τα κύματα καύσωνα και η ξηρασία μείωσαν την παραγωγή ηλεκτρικής και πυρηνικής ενέργειας στην περιοχή σε μία περίοδο υψηλής ζήτησης. Ταυτόχρονα το περιορισμένο ευέλικτο δυναμικό από μονάδες φυσικού αερίου λόγω διακοπών παραγωγής και η χαμηλή διασυνοριακή δυναμικότητα για εισαγωγές ενέτειναν το πρόβλημα. Στο δίκτυο τη μεγαλύτερη συμφόρηση κατά την περίοδο εκείνη παρουσίασαν η Αυστρία και η Σλοβακία, αναφέρει ο ACER, o οποίος πάντως θεωρεί ως βασική αιτία των ακραίων τιμών την έλλειψη ευελιξίας στις τοπικές αγορές, καθώς και το περιορισμένο δυναμικό διασυνοριακής μεταφοράς ηλεκτρισμού στη ΝΑ Ευρώπη.
Σε γενικότερο επίπεδα στην Ευρώπη, οι τιμές της αγοράς ενέργειας παρέμειναν ασταθείς, αλλά λιγότερο ακραίες από ό,τι κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, λόγω των κινδύνων εφοδιασμού με φυσικό αέριο και της μεταβλητότητας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι συχνές διακυμάνσεις στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος εντός της ημέρας συνεχίστηκαν, καθώς στο 70% των ημερών, η ενδοημερήσια διακύμανση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος έφθανε στα 50 ευρώ ή υψηλότερα.
Η ένταση των διακυμάνσεων αυτών καταδεικνύει την ανάγκη για περισσότερη βραχυπρόθεσμη ευελιξία.
Το 2024 ήταν μία χρονιά κατά την οποία σημειώθηκε μεγάλη αύξηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, που έφθασαν να αντιπροσωπεύουν το 35% του συνόλου της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ. Η ηλιακή ενέργεια επιβεβαίωσε τον ηγετικό της ρόλο στην ενεργειακή μετάβαση, καθώς η παραγωγή της αυξήθηκε κατά 41 TWh, ενώ η πυρηνική και η υδροηλεκτρική επανήλθαν.
Ωστόσο, η πράσινη μετάβαση συνοδεύεται από σημαντικές και επίμονες προκλήσεις, επισημαίνει ο ACER. Οι κίνδυνοι εφοδιασμού με φυσικό αέριοκαι οι απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες διατηρούν την αστάθεια στις τιμές της αγοράς. Τον Δεκέμβριο, ένα επεισόδιο «dunkelflaute» (χαμηλής παραγωγής ΑΠΕ) στη Γερμανία οδήγησε τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε σχεδόν 1.000 €/MWh (πολύ πάνω από τον ετήσιο μέσο όρο των 81 €/MWh).
Στο πλαίσιο αυτό, τα ορυκτά καύσιμα, ιδίως το φυσικό αέριο και ο άνθρακας, παραμένουν απαραίτητα για την κάλυψη της αιχμής της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, υπογραμμίζει ο ACER
:Για την απαλλαγή από τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα, η Ευρώπη πρέπει να καταβάλει εκ νέου προσπάθειες για την περαιτέρω ολοκλήρωση της ενεργειακής αγοράς της ΕΕ, τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και την προώθηση της καινοτομίας στο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας:
Η έκθεση επισημαίνει ότι το κόστος για τα δίκτυα μεταφοράς και διανομής κινδυνεύει να διπλασιαστεί έως το 2050, χαρακτηρίζοντάς το μάλιστα ως ένα από τους νέους παράγοντες του κόστους μετάβασης. Συνιστά ως μέρος της λύσης την ενίσχυση της χωρητικότητας των δικτύων και όχι την κατασκευή νέων δικτύων και προτείνει τη διαμόρφωση καλύτερων τιμολογίων για τα δίκτυα, που θα δίνουν κίνητρα πρωτίστως στην αποτελεσματικότητα, για να αποφευχθεί στο μέλλον ο κίνδυνος απαξιωμένων περιουσιακών στοιχείων.
Η έκθεση τονίζει ότι πρέπει να παραμείνουν προσιτές από πλευράς κόστους για τους καταναλωτές η χωρητικότητα των δικτύων, η ευελιξία και οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ότι πρέπει να διασφαλιστεί ο μακροπρόθεσμος ενεργειακός εφοδιασμός. Συνιστά τη χρήση του demand response (απόκριση ζήτησης), τη χρήση ηλεκτρικών οχημάτων και την εγκατάσταση μπαταριών για την εξισορρόπηση της προσφοράς με τη ζήτηση, προκειμένου να μειωθεί η μεταβλητότητα των τιμών και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα του δικτύου, ειδικά σε περιόδους αιχμής.
Τέλος, ο ACER εκτιμά ότι η ολοκλήρωση της ενοποίησης των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας, με την υποστήριξη της διασυνοριακής χρήσης ΑΠΕ για ευελιξία και ασφάλεια και την ενίσχυση των διασυνδέσεων για τη μείωση της εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα , μπορούν να βοηθήσουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης στις ενεργειακές αγορές της Ευρώπης.