Ανάρπαστο το ελληνικό 10ετές ομόλογο – Ξεπέρασαν τα €36 δισ. οι προσφορές
Στις αγορές βγήκε σήμερα το Ελληνικό Δημόσιο με την επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου, σε μια κίνηση που εντάσσεται στο πρόγραμμα δανεισμού του ΟΔΔΗΧ για το πρώτο εξάμηνο του 2026 και πραγματοποιείται δύο ημέρες πριν από τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.
Το βιβλίο προσφορών άνοιξε σήμερα και η συναλλαγή αναμένεται να διακανονιστεί στις 17 Ιουνίου.
Πρόκειται για τίτλο λήξης 16 Ιουνίου 2036 με ετήσιο κουπόνι 3,375%, ενώ το υφιστάμενο ύψος της έκδοσης ανέρχεται σε 4,55 δισ. ευρώ. Το spread βρίσκεται στην περιοχή των 68 μ.β. επί των mid-swaps ήτοι απόδοση περιπου 3,78%.
Οι προσφορές έφτασαν τα 36 δισ. ευρώ, ενώ τελικώς το ελληνικό Δημόσιο άντλησε €3 δισ.
Όπως ανακοίνωσε ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, το Ελληνικό Δημόσιο έδωσε εντολή σε κοινοπραξία τραπεζών που αποτελείται από τις Alpha Bank, Barclays, Citi, Commerzbank, Nomura και Société Générale για την επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου λήξεως 16 Ιουνίου 2036.
Το ομόλογο, τύπου senior unsecured σε μορφή book entry, είναι συμβατό με καθεστώς RegS Cat 1 και 144A, περιλαμβάνει ρήτρες συλλογικής δράσης (CACs), είναι επιλέξιμο για πράξεις αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ (ECB repo eligible) και διέπεται από αγγλικό δίκαιο. Η ημερομηνία διακανονισμού έχει οριστεί για τις 17 Ιουνίου 2026 (T+5), ενώ θα εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
Η έκδοση αφορά επανέκδοση (tap) του υφιστάμενου τίτλου, με ανεξόφλητο υπόλοιπο 4,55 δισ. ευρώ, σταθερό ετήσιο κουπόνι 3,375% και βάση υπολογισμού ACT/ACT. Η έκδοση έχει ελάχιστη ονομαστική αξία 1.000 ευρώ και είναι άμεσα fungible μέσω του υφιστάμενου ISIN GR0124042764.
Η αρχική καθοδήγηση (guidance) τοποθετήθηκε στην περιοχή των Mid-Swaps +71 μονάδων βάσης.
Η κίνηση εντάσσεται στο πλαίσιο του προγράμματος δανεισμού του Δημοσίου, το οποίο προβλέπει επανεκδόσεις ομολόγων με στόχο όχι τόσο την άντληση πρόσθετης ρευστότητας, όσο την ενίσχυση της καμπύλης αποδόσεων των ελληνικών τίτλων και τη βελτίωση της λειτουργίας της δευτερογενούς αγοράς.
Σε επίπεδο αγοράς, η έκδοση πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας στην ευρωζώνη, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν πιθανή αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ κατά 0,25% στη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου. Παρά το κλίμα αυτό, η ελληνική αγορά ομολόγων εμφανίζει σχετική ανθεκτικότητα, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου να κινείται περίπου στο 3,77%, έναντι 3,07% του αντίστοιχου γερμανικού Bund.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το εμφανές κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους στην Ελλάδα παραμένει από τα χαμηλότερα στην ευρωζώνη, υποχωρώντας στο 2,18% το 2025 από 2,27% το 2024, αντανακλώντας τη μεγάλη μέση διάρκεια και την ευνοϊκή δομή του ελληνικού χρέους.
Σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο τέλος Μαρτίου 2026 σε 1,38% σε ταμειακή βάση (συμπεριλαμβανομένων των swaps) και σε 1,84% αν προστεθούν τα swaps και οι αναβαλλόμενοι τόκοι των δανείων του EFSF.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το κόστος εξυπηρέτησης παρουσιάζει μικτές τάσεις, με υψηλότερα επίπεδα στη Ρουμανία (5,2%), την Πολωνία (4,5%), την Τσεχία (3,1%) και την Ιταλία (3,0%), ενώ τα χαμηλότερα καταγράφονται στην Ιρλανδία (1,4%), στο Λουξεμβούργο (1,5%), στην Ολλανδία (1,7%), στη Γερμανία (1,8%) και στη Γαλλία, τη Φινλανδία και τη Σουηδία (1,9%).
Υπενθυμίζεται ότι από τα περίπου 400 δισ. ευρώ του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης, περίπου το 73% (περίπου 292 δισ. ευρώ) δεν είναι διαπραγματεύσιμο, καθώς αφορά δάνεια από θεσμούς της ΕΕ, τον ESM και τον EFSF, στο πλαίσιο των μνημονιακών προγραμμάτων.
Την προηγούμενη εβδομάδα, ο ESM και ο EFSF έδωσαν το “πράσινο φως” για πρόωρη αποπληρωμή δανείων του Greek Loan Facility (GLF) ύψους 6,94 δισ. ευρώ, τα οποία λήγουν αρχικά την περίοδο 2029–2035, με χρήση ταμειακών διαθεσίμων από το λεγόμενο “μαξιλάρι ρευστότητας”. Το GLF αποτέλεσε μέρος του πρώτου πακέτου στήριξης προς την Ελλάδα το 2010, με διμερή δάνεια από 14 χώρες της ευρωζώνης συνολικού ύψους 52,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων παραμένουν ανεξόφλητα περίπου 26,3 δισ. ευρώ.
Η συγκεκριμένη πρόωρη αποπληρωμή θεωρείται η δεύτερη μεγαλύτερη του προγράμματος GLF μέχρι σήμερα, μετά από αντίστοιχη κίνηση που πραγματοποιήθηκε το 2025.











