Eκτός του ευρωπαϊκού στόχου για τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις η Ελλάδα
Εκτός του ευρωπαϊκού στόχου για τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις μένει η Ελλάδα για το 2030, καθώς ακόμα και υλοποιούνταν η σύνδεση με την Κύπρο και πάλι θα ήταν κάτω του στόχου της ΕΕ το δυναμικό των διασυνδέσεων να φθάνει στο 15% της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Στις διαπιστώσεις αυτές καταλήγει η μελέτη του think tank Ember, που δημοσιεύτηκε χθες. Και βέβαια η Ελλάδα δεν είναι η μόνη χώρα που υπολείπεται, αφού 11 χώρες-μέλη βρίσκονται κάτω από το στόχο. Η Ευρώπη θα πρέπει να διπλασιάσει το δυναμικό των διασυνδέσεών της από τα τρέχοντα επίπεδα μέχρι το 2040, αν θέλει να επιτύχει τους στόχους της.
Σύμφωνα με την ανάλυση δεδομένων του TYNDP το βέλτιστο δυναμικό ηλεκτρικών διασυνδέσεων της ΕΕ το 2040 θα πρέπει να φθάνει τα 318 GW. Με τα τρέχοντα στοιχεία όμως, η Ευρώπη αναμένεται να φθάσει στα 167 GW διασυνοριακής ικανοτήτητας συναλλαγών ηλεκτρισμού ως το 2030, έναντι 116 GW το 2024. Αυτό σημαίνει ότι για την πλήρη κάλυψη των αναγκών του ευρωπαϊού συστήματος ηλεκτρισμού θα πρέπει να προστεθούν 151 γιγαβάτ διασυνδέσεων μέσα στη δεκαετία του 2030, δηλαδή σχεδόν να διπλασιαστεί το δυναμικό των διασυνδέσεων την ερχόμενη δεκαετία.
Σήμερα, περίπου το 80% του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας της ΕΕ αναμένεται να μην επιτύχει τον στόχο διασύνδεσης για το 2030, καθώς εκτός της Ελλάδας άλλα 10 κράτη μέλη – συμπεριλαμβανομένων της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας, της Γερμανίας, και της Πολωνίας – προβλέπεται να βρίσκονται κάτω από το στόχο του 15% έως το 2030.
Όπως αναφέρει η μελέτη του Ember, η Ελλάδα παρουσιάζει τόσο τις ευκαιρίες όσο και τις προκλήσεις, όσον αφορά τον ευρωπαϊκό στόχο ηλεκτρικής διασυνδεσιμότητας. Η εξαγωγική/εισαγωγική της ικανότητα στην Ευρώπη θα μπορούσε να διπλασιαστεί τα επόμενα πέντε χρόνια, με την προσθήκη 1,5 GW μέσω των διασυνδέσεων με την Κύπρο και τη Βουλγαρία. Ωστόσο, ακόμα και αν γίνει το Great Sea Interconnector, το μερίδιο διασύνδεσης της Ελλάδας με την Ευρώπη θα αυξανόταν από 6% σε 9%, καθώς η χώρα αναμένεται να προσθέσει 10 GW εγχώριας αιολικής και ηλιακής ισχύος κατά την ίδια περίοδο. Στην περίπτωση όμως που κατασκευαστούν τόσο το GSI όσο και η διασύνδεση με την Αίγυπτο, τότε το επίπεδο διασύνδεσης της Ελλάδας θα ξεπεράσει το 22%, με την προϋπόθεση βέβαια ότι στους ευρωπαϊκούς υπολογισμούς θα συμπεριληφθούν οι συνδέσεις με γειτονικές χώρες εκτός ΕΕ .
Τα κύρια κέντρα ζήτησης ηλεκτρισμού, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα – η Πολωνία, η Ιταλία και η Γερμανία – προβλέπεται να παραμείνουν κάτω από το 10% της διασύνδεσης έως το 2030, πράγμα που περιορίζει την πρόσβασή τους σε καθαρότερες και φθηνότερες εισαγωγές.
Στις αρχές της νέας δεκαετίες σχεδιάζεται να τεθούν σε λειτουργία στην Ευρώπη διασυνδέσεις ισχύος 34 GW, ωστόσο η κατασκευή τους δεν έχει ακόμα βεβαιωθεί και γι’ αυτό το λόγο τα έργα αυτά δεν έχουν συμπεριληφθεί στα επίσημα αναπτυξιακά σχέδια. Στο pipeline των διασυνδέσεων περιλαμβάνονται ακόμα έργα άνω του 1 GW που βρίσκονται στο στάδιο της αδειοδότησης, 15 GW στο στάδιο του σχεδιασμού και 46 GW υπό μελέτη. Για να επιτευχθεί ο στόχος των 318 GW ως το 2040, θα πρέπει να κατατεθούν προτάσεις για πρόσθετα έργα της τάξης των 55 GW.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρώπη θα πρέπει να εστιάσει τις δράσεις της τα επόμενα χρόνια σε δύο βασικούς τομείς: Στην πολιτική και οικονομική στήριξη για την επιτάχυνση της υλοποίησης των εν εξελίξει διασυνδέσεων και στη δημιουργία συνθηκών για την ενθάρρυνση νέων πρότζεκτ ώστε να καλυφθεί το κενό των 55 GW, που είναι ιδιαίτερα αισθητό στις σκανδιναβικές χώρες και στην Ανατολική Ευρώπη.
Το “Ευρωπαϊκό Πακέτο Δικτύων” και το (CEF-E) “Συνδέοντας την Ευρώπη για την Ενέργεια” είναι προγράμματα που θα πρέπει να αξιοποιηθούν για την υποστήριξη αυτής της προσπάθειας.
Οι υποδομές διασύνδεσης θα μπορούσαν να ελαχιστοποιήσουν το κόστος του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας εάν επεκταθούν αρκετά. Ωστόσο, η κλίμακα επέκτασης που απαιτείται υπερβαίνει κατά πολύ τα τρέχοντα σχέδια – τόσο στα μεγάλα κέντρα ζήτησης όσο και σε πιο απομονωμένες περιοχές όπως οι Σκανδιναβικές χώρες και η Ανατολική Ευρώπη. Για να συμβεί αυτό, τα δημόσια κεφάλαια πρέπει να καθοδηγούνται αποτελεσματικά και να κατανέμονται σωστά.
Προς το παρόν, η ΕΕ έχει κενό δημόσιας χρηματοδότησης ύψους 30 δισεκατομμυρίων ευρώ για την υποστήριξη της πιο αποτελεσματικής επέκτασης των διασυνδέσεων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη έως το 2040. Στην περίοδο CEF-E 2028-2034, αναμένονται να διατεθούν 17 δισεκατομμύρια ευρώ ως επιχορηγήσεις σε έργα διασύνδεσης , αλλά αυτό το ποσό δεν είναι επαρκές. Θα πρέπει να συμπληρωθεί από δάνεια της ΕΕ και ιδιωτική χρηματοδότηση για να επιταχυνθεί η υλοποίηση.
Τα τρία τελευταία χρόνια, τα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας έχουν περάσει στο πολιτικό προσκήνιο, αντανακλώντας την αυξανόμενη αναγνώριση του αναπόσπαστου ρόλου τους στην ενεργειακή μετάβαση. Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις βρίσκονται στο επίκεντρο του πολιτικού κύκλου 2024-2029 της Επιτροπής της ΕΕ, καθώς η ενίσχυση της ευρωπαϊκής διασυνοριακής συνδεσιμότητας είναι μεταξύ των βασικών στόχων του Πακέτου για τα Δίκτυα. Στο μέτωπο της χρηματοδότησης, ο προτεινόμενος προϋπολογισμός της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034, όπως παρουσιάστηκε από την Επιτροπή τον Ιούλιο του 2025 περιλαμβάνει τετραπλάσια αύξηση της χρηματοδότησης για διασυνοριακά ενεργειακά έργα, δίνοντας έμφαση στη σχέση συνδεσιμότητας και ενεργειακής ασφάλειας. Ένα ζήτημα που αναδείχθηκε κατά το μπλακ άουτ της Ιβηρικής τον Απρίλιο του 2025.











