Υπερταμείο: Στο τραπέζι ο στρατηγικός επενδυτής για τις Ελληνικές Αλυκές – Στόχος η ανάδειξη σε μεσογειακό παίκτη έως το 2026
Τον μετασχηματισμό των Ελληνικών Αλυκών σε έναν ισχυρό παραγωγικό και εξαγωγικό παίκτη στον ευρωπαϊκό χάρτη του θαλασσινού αλατιού επιχειρεί να δρομολογήσει το Υπερταμείο, θέτοντας σε κίνηση τη διαδικασία εισόδου στρατηγικού επενδυτή. Η εταιρεία, που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του Υπερταμείου από το 2018, έχει ήδη καταγράψει σαφή βελτίωση των οικονομικών της μεγεθών, εμφανίζοντας σωρευτικά κέρδη της τάξης των 3,5 εκατ. ευρώ μέχρι σήμερα.
Η διαγωνιστική διαδικασία ξεκινά επισήμως με τη δημοσίευση της πρόσκλησης στην Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην ιστοσελίδα του Υπερταμείου. Στην πρώτη φάση, διάρκειας τριών μηνών, οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές καλούνται να υποβάλουν μη δεσμευτικές επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Η πρόσκληση απευθύνεται τόσο σε μεμονωμένους επενδυτές όσο και σε κοινοπραξίες, επενδυτικά σχήματα και κεφάλαια, με στόχο τη διασφάλιση ευρείας συμμετοχής και αυξημένου ανταγωνισμού.
Όσοι πληρούν τα κριτήρια προεπιλογής θα προκριθούν στη δεύτερη φάση της διαδικασίας, περίπου επτά μήνες αργότερα, η οποία περιλαμβάνει την υποβολή δεσμευτικών προσφορών, την αξιολόγηση των επενδυτών, επισκέψεις στις εγκαταστάσεις των αλυκών και, τελικώς, την ανάδειξη προτιμητέου επενδυτή. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, η συναλλαγή και η έναρξη της παραχώρησης αναμένεται να ολοκληρωθούν έως το τέλος του 2026.
Από τη στασιμότητα στην κερδοφορία
Η εικόνα της εταιρείας τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ως βασικό επιχείρημα του εγχειρήματος. Την περίοδο 2011–2017 οι Ελληνικές Αλυκές κινούνταν οριακά ζημιογόνα, με απώλειες περίπου 100 χιλ. ευρώ. Αντιθέτως, από το 2018 έως το 2024, μετά τη μεταβίβαση στο Υπερταμείο, η εταιρεία κατέγραψε σωρευτικά κέρδη 3,4 εκατ. ευρώ και αισθητή ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Ωστόσο, όπως αναγνωρίζεται, τα περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξης με τα υφιστάμενα μέσα έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαντληθεί. Το επόμενο βήμα –επενδύσεις σε τεχνολογία, αύξηση παραγωγικής δυναμικότητας και ενίσχυση της εξωστρέφειας– προϋποθέτει την είσοδο στρατηγικού εταίρου με κεφαλαιακή ισχύ και πρόσβαση σε διεθνείς αγορές.
Παραγωγικός κόμβος μεσογειακής εμβέλειας
Το Υπερταμείο εκτιμά ότι οι Ελληνικές Αλυκές μπορούν να εξελιχθούν σε βασικό παραγωγικό και εξαγωγικό κόμβο της Μεσογείου, αξιοποιώντας το φυσικό πλεονέκτημα της χώρας και τη γεωγραφική της θέση. Η συμμετοχή στρατηγικού επενδυτή διατηρεί τον δημόσιο χαρακτήρα της δραστηριότητας, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για αύξηση της παραγωγής, σταθεροποίηση των τιμών και ενίσχυση της εθνικής αυτάρκειας σε ένα βασικό αγαθό, με σαφή διάσταση επισιτιστικής ασφάλειας.
Παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος για επέκταση σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας: αλάτι υψηλής καθαρότητας, βιομηχανικό και φαρμακευτικό αλάτι, προϊόντα αποχιονισμού, αλλά και premium κατηγορίες όπως το Fleur de Sel. Η διαφοροποίηση αυτή ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της εταιρείας και διευρύνει το εξαγωγικό της αποτύπωμα.
Ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Οι Δήμοι διατηρούν το 20% του μετοχικού κεφαλαίου των Ελληνικών Αλυκών, ενώ επωφελούνται τόσο από μερίσματα όσο και από ποσοστό 3% επί των ετήσιων πωλήσεων. Το μοντέλο αυτό δημιουργεί σταθερά έσοδα για τις περιοχές όπου λειτουργούν οι αλυκές, ενώ οι νέες επενδύσεις αναμένεται να ενισχύσουν την απασχόληση και τη συνολική τοπική οικονομική δραστηριότητα.
Σήμερα, το Υπερταμείο κατέχει το 80% της εταιρείας, με το υπόλοιπο 20% να παραμένει στους Δήμους.
Παραδοσιακή τεχνογνωσία και προϊόντα υψηλής αξίας
Οι Ελληνικές Αλυκές απασχολούν περίπου 60 εργαζόμενους, μόνιμους και εποχικούς, με μακρόχρονη και εξειδικευμένη εμπειρία στην παραγωγή φυσικού θαλασσινού άλατος. Ξεχωριστή θέση στο χαρτοφυλάκιο προϊόντων κατέχει η Αφρίνα (Fleur de Sel), προϊόν ΠΓΕ που παράγεται αποκλειστικά στην Αλυκή Μεσολογγίου. Συλλέγεται χειρωνακτικά από εξειδικευμένους εργάτες και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ελληνικής παραδοσιακής παραγωγής με σημαντική εξαγωγική δυναμική











