Δείκτες μέτρησης απόδοσης των έξυπνων δικτύων εισάγει ο ACER
Στην παρακολούθηση των επιδόσεων των έξυπνων δικτύων όσον αφορά στη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας ετοιμάζεται να προχωρήσει ο Ευρωπαίος Ρυθμιστής Ενέργειας (ACER), παρουσιάζοντας ένα σύνολο δεικτών μέτρησης απόδοσης των τεχνολογιών βελτίωσης του δικτύου.
Στόχος είναι η καλύτερη αξιοποίηση των υφιστάμενων υποδομών μέσω καινοτόμων λειτουργικών πρακτικών, της ψηφιοποίησης και των τεχνολογιών βελτίωσης του δικτύου, καθώς οι έξυπνες λύσεις για τα δίκτυα μεταφοράς συχνά μπορούν να παρέχουν πρόσθετη χωρητικότητα ταχύτερα και με χαμηλότερο κόστος.
Πρόκειται για ένα από τα πολλά ζητούμενα της ενεργειακής μετάβασης, καθώς το νέο μοντέλο ηλεκτρισμού που διαμορφώνεται στην Ευρώπη οδηγεί σε ταχεία αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ασκώντας αυξανόμενη πίεση στα δίκτυα μεταφοράς και την ανάγκη για τη συνεχή επέκταση και αναβάθμισή τους. Έτσι, ενώ η επέκταση του δικτύου παραμένει καθοριστική εξ ίσου σημαντική παραμένει και η αύξηση της απόδοσης του.
Η νομοθεσία της ΕΕ απαιτεί ήδη από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να παρακολουθούν την ανάπτυξη έξυπνων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας. Για να διασφαλιστεί ότι οι λύσεις έξυπνων δικτύων προσφέρουν οφέλη, οι ρυθμιστικές αρχές χρειάζονται τρόπους για να αξιολογούν την πραγματική απόδοσή τους.
Το Φόρουμ Υποδομών της Κοπεγχάγης του Ιουνίου 2025 κάλεσε τον ACER, μαζί με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENTSO-E) και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, να αναπτύξουν κοινή προσέγγιση για την αξιολόγηση της απόδοσης των λύσεων έξυπνων δικτύων σε επίπεδο μεταφοράς.
Στο πλαίσιο αυτό το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (CEER) δημοσίευσε έκθεση σχετικά με τους δείκτες για τη μέτρηση της απόδοσης των δικτύων.
Η υποδομή του έξυπνου δικτύου μεταφοράς μπορεί να αξιολογηθεί χρησιμοποιώντας δύο τύπους δεικτών:
1) Δείκτες εισροών, που περιγράφουν τι έχει εφαρμοστεί και
2) Δείκτες εκροών , που παρακολουθούν τι έχει επιτευχθεί.
Η έκθεση του ACER διαπιστώνει ότι λίγες χώρες της ΕΕ μετρούν συστηματικά την απόδοση των τεχνολογιών βελτίωσης του δικτύου στην πράξη, γεγονός που καθιστά δύσκολη την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους. Στόχος του ACER είναι να αντιμετωπίσει αυτό το κενό, δημιουργώντας μία βάση για πιο συνεπείς και συγκρίσιμες αξιολογήσεις της απόδοσης των Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς σε όλη την Ευρώπη.
Στο πλαίσιο αυτό ο ACER προτείνει τρεις δείκτες απόδοσης για τις ρυθμιστικές αρχές, ώστε να αξιολογήσουν εάν οι τεχνολογίες βελτίωσης του δικτύου στα δίκτυα μεταφοράς προσφέρουν βελτιώσεις και οφέλη κόστους:
1) Απόδοση των υφιστάμενων στοιχείων μεταφοράς σε λειτουργίες συστήματος σε πραγματικό χρόνο,
2) Απόδοση της επιχειρησιακής ασφάλειας και
3) Απόδοση της επέκτασης του δικτύου.
Οι προαναφερόμενοι δείκτες απόδοσης αφορούν στην επαύξηση της χωρητικότητας του δικτύου, τις μειώσεις του κόστους επιχειρησιακής ασφάλειας και τις οικονομικά αποδοτικότερες εναλλακτικές λύσεις έναντι της συμβατικής επέκτασης του δικτύου. Καταγράφοντας την πραγματική απόδοση, οι δείκτες βοηθούν να διασφαλιστεί ότι οι καινοτόμες προσεγγίσεις απελευθερώνουν πραγματικά τη χωρητικότητα του δικτύου και μειώνουν το κόστος του συστήματος.
Πέρα από τους τρεις προτεινόμενους δείκτες απόδοσης, η μελέτη του ACER επισημαίνει ορισμένους συμπληρωματικούς τομείς παρακολούθησης, χρήσιμους για τις ρυθμιστικές αρχές και τους διαχειριστές. Οι προτάσεις αυτές αφορούν:
. Σύσταση του ACER προς τους Εθνικούς Ρυθμιστικούς Φορείς: Ενσωμάτωση των προτεινόμενων δεικτών ως κοινού πλαισίου για την παρακολούθηση της απόδοσης των έξυπνων δικτύων σε επίπεδο μεταφοράς, επιτρέποντας μια μεταβατική περίοδο δύο έως τριών ετών για τη συλλογή δεδομένων, τη ρύθμιση των διαδικασιών και τη μεθοδολογική βελτίωση.
. Σύσταση του ACER προς τους Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς: Ανάπτυξη συμπληρωματικών δεικτών εισόδου που να αντικατοπτρίζουν τη διαθεσιμότητα εργαλείων που επηρεάζουν τους προτεινόμενους δείκτες εξόδου, με το ENTSO-E να παρέχει καθοδήγηση και χαρτογραφήσεις αναφοράς για να διασφαλιστεί η συνέπεια σε ολόκληρη την ΕΕ.
Μια μεταβατική περίοδος δύο έως τριών ετών θα επιτρέψει στους ρυθμιστικούς φορείς να προχωρήσουν στις αναγκαίες προσαρμογές και με την πάροδο του χρόνου, τα συσσωρευμένα δεδομένα και η κοινή εμπειρία να υποστηρίξουν τη συστηματική αξιολόγηση της απόδοσης του δικτύου και της καινοτομίας στην Ευρώπη.











