Χωροταξικό για τις ΑΠΕ
Σε εκτενή χωρική αποτύπωση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) προχώρησε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μέσω υπουργικής απόφασης που συνυπογράφουν ο υπουργός Σταύρος Παπασταύρου και ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος. Πρόκειται για την καταγραφή τόσο της υφιστάμενης κατάστασης όσο και των μελλοντικών αναγκών για την ανάπτυξη αιολικών και φωτοβολταϊκών σταθμών, καθώς και αποθήκευσης έως το 2050, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ).
Το ΕΣΕΚ προβλέπει ότι ως το 2030 το 43% της ακαθάριστης τελικής κατανάλωσης ενέργειας πρέπει να καλύπτεται από ΑΠΕ και το 95,8% έως το 2050. Στην ηλεκτροπαραγωγή , ο στόχος είναι είναι η σχεδόν πλήρης κάλυψη της ζήτησης από ΑΠΕ μετά το 2050.
Η πρώτη ενότητα της υπουργικής απόφασης αφορά στην αναλυτική αποτύπωση της υφιστάμενης εικόνας των σταθμών ΑΠΕ στη χώρα αιολικών και των φωτοβολταϊκών, σε όλα τα στάδια της αδειοδοτικής διαδικασίας. Το δεύτερο τμήμα της απόφασης προσδιορίζει τις αναγκαίες εκτάσεις και τις υποδομές που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων του 2030 και του 2050, εστιάζοντας κυρίως στην αποθήκευση ηλεκτρισμού.
Αναλυιτικότερα, το 1ο μέρος περιλαμβάνει στοιχεία για έργα που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, για σταθμούς με Οριστική Προσφορά Σύνδεσης, για έργα με πλήρες αίτημα σύνδεσης, καθώς και για σταθμούς που διαθέτουν Βεβαίωση Παραγωγού. Η αποτύπωση βασίζεται σε δεδομένα της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ), του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ και καλύπτει το σύνολο της επικράτειας, ανά Περιφέρεια.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο υψηλό αιολικό και ηλιακό δυναμικό της χώρας. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον ευνοημένων ευρωπαϊκών κρατών ως προς τις ΑΠΕ, λόγω της γεωμορφολογίας της, των εκτεταμένων νησιωτικών και παράκτιων περιοχών και των υψηλών επιπέδων ηλιοφάνειας, που σε πολλές περιοχές υπερβαίνουν τις 2.800 ώρες ετησίως. Οι συνοδευτικοί χάρτες αποτυπώνουν με ακρίβεια τις ταχύτητες ανέμου σε διαφορετικά ύψη, καθώς και τη χωρική κατανομή της ηλιακής ακτινοβολίας, στοιχεία καθοριστικής σημασίας για τον μακροπρόθεσμο ενεργειακό σχεδιασμό.
Με βάση τα στοιχεία, για τους χερσαίους αιολικούς σταθμούς, η εγκατεστημένη ισχύς που βρίσκεται σε λειτουργία ανέρχεται σε περίπου 6,3 GW, ενώ 3,4 GW αντιστοιχούν σε έργα με Οριστική Προσφορά Σύνδεσης. Επιπλέον, έργα συνολικής ισχύος 6,5 GW βρίσκονται σε στάδιο πλήρους αιτήματος σύνδεσης και 18,2 GW διαθέτουν Βεβαίωση Παραγωγού. Οι στόχοι που τίθενται ανέρχονται σε 8,9 GW έως το 2030 και 13 GW έως το 2050. Για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς, η ισχύς σε λειτουργία ανέρχεται σε 11,2 GW, ενώ 11,3 GW αφορούν έργα με Οριστική Προσφορά Σύνδεσης. Σε στάδιο πλήρους αιτήματος σύνδεσης βρίσκονται έργα ισχύος 41,6 GW και σε επίπεδο Βεβαίωσης Παραγωγού 11,8 GW, με στόχους 13,5 GW για το 2030 και 35 GW για το 2050.
Στη δεύτερη ενότητα της απόφασης για τις εκτάσεις και τις αναγκαίες υποδομές προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του 2030 και του 2050, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην αποθήκευση ενέργειας, μέσω της ανάπτυξης σταθμών μπαταριών και έργων αντλησιοταμίευσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η ευστάθεια και η αξιοπιστία του ηλεκτρικού συστήματος.
Το ΕΣΕΚ προβλέπει συγκεκριμένους στόχους για την εγκατεστημένη ισχύ αποθήκευσης, με την αντλησιοταμίευση να εκτιμάται σε περίπου 1,9 GW έως το 2030 και 5,4 GW έως το 2050, ενώ για τις μπαταρίες προβλέπονται περίπου 4,3 GW έως το 2030 και 12 GW έως το 2050.
Στην Ελλάδα λειτουργούν ήδη δύο υδροηλεκτρικά έργα με δυνατότητα αντλησιοταμίευσης, η Σφηκιά στον Αλιάκμονα και ο Θησαυρός στον Νέστο, με εγκατεστημένη ισχύ 315 MW και 384 MW αντίστοιχα.











