Eurelectric: Προβληματισμός των ηλεκτροπαραγωγών για το μοντέλο τιμολόγησης της αγοράς
Έντονο προβληματισμό εκφράζουν οι Ευρωπαίοι ηλεκτροπαραγωγοί απέναντι στο ενδεχόμενο επανεξέτασης του μοντέλου τιμολόγησης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένα θέμα που είχε τεθεί πριν τον πόλεμο στο Ιράν και τώρα συζητείται υπό το βάρος των γεωπολιτικών εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και των φόβων για νέα ενεργειακή κρίση.
Δεδομένου μάλιστα ότι βρίσκεται στην ατζέντα της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ, στις 19-20 Μαρτίου, η Eurelectric, ο φορέας των ευρωπαϊκών εταιριών ηλεκτρισμού, με αντιπρόεδρο τον κ. Γιώργο Στάσση , ο οποίος είναι πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ, έδωσε στη δημοσιότητα ειδική μελέτη για τον σχεδιασμό της αγοράς και τον μηχανισμό οριακής τιμολόγησης.
Η μελέτη, που εκπονήθηκε από τον Lion Hirth και την ομάδα της Neon Neue Energieökonomik, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας δεν εμφανίζει δομική αποτυχία που να δικαιολογεί ριζικές παρεμβάσεις. Αντιθέτως, αμφισβητεί ευθέως την άποψη ότι η Ευρώπη βρίσκεται εκ νέου στα πρόθυρα ενεργειακής κρίσης.
Όπως αναφέρει, το 2022, μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, οι τιμές είχαν εκτοξευθεί σε πρωτοφανή επίπεδα, με τα προθεσμιακά συμβόλαια να αγγίζουν ακόμη και τα 1.000 ευρώ/MWh. Σήμερα, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, οι τιμές κινούνται μεταξύ 50 και 90 ευρώ/MWh, δηλαδή κοντά στον ιστορικό μέσο όρο.
Η μελέτη αναγνωρίζει, πάντως, ότι παραμένουν σημαντικές αποκλίσεις τόσο μεταξύ των κρατών-μελών όσο και σε σύγκριση με άλλες αγορές, όπως οι ΗΠΑ. Στο Τέξας, για παράδειγμα, οι προθεσμιακές τιμές διαμορφώνονται στα 45–50 ευρώ/MWh, έναντι περίπου 80 ευρώ/MWh στη Γερμανία. Ωστόσο, η διαφορά αυτή δεν αποδίδεται στον σχεδιασμό της αγοράς –καθώς και στις δύο περιπτώσεις εφαρμόζεται η οριακή τιμολόγηση– αλλά κυρίως στις χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου στις ΗΠΑ και στην επιβάρυνση που συνεπάγεται για την Ευρώπη το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων CO₂.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο της οριακής τιμολόγησης (marginal pricing), βάσει της οποίας η τιμή καθορίζεται από τη μονάδα με το υψηλότερο κόστος που απαιτείται για την κάλυψη της ζήτησης, σύμφωνα με την καμπύλη merit order. Κατά τη μελέτη, τα έσοδα των παραγωγών με χαμηλό μεταβλητό κόστος δεν συνιστούν «υπερκέρδη», αλλά είναι αναγκαία για την κάλυψη επενδυτικών και σταθερών δαπανών. Η λεγόμενη «συνεισφορά κάλυψης» επιτρέπει την αποπληρωμή των κεφαλαίων που απαιτούνται για νέες μονάδες, αποθήκευση και ευέλικτες τεχνολογίες.
Σε ό,τι αφορά τις προτεινόμενες παρεμβάσεις, η μελέτη εξετάζει τόσο τον Ιβηρικό μηχανισμό –που εφαρμόστηκε σε Ισπανία και Πορτογαλία με επιδοτήσεις στο φυσικό αέριο– όσο και την πρόταση του καθηγητή του ΕΜΠ Παντελή Κάπρου για διαχωρισμό της αγοράς σε δύο σκέλη (ΑΠΕ και ορυκτά καύσιμα). Σύμφωνα με την ανάλυση, τέτοιες λύσεις ενδέχεται να προκαλέσουν στρεβλώσεις, να περιπλέξουν τον διασυνοριακό συντονισμό και να αυξήσουν το κόστος για καταναλωτές και φορολογούμενους, ενώ η ρυθμιστική αβεβαιότητα θα μπορούσε να πλήξει την επενδυτική εμπιστοσύνη.
Αντί για αλλαγή του βασικού μηχανισμού διαμόρφωσης τιμών, η Eurelectric εισηγείται στοχευμένες πολιτικές για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, όπως ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας, επενδύσεις σε δίκτυα και ευελιξία συστήματος, καθώς και στήριξη των πιο ευάλωτων καταναλωτών.
Ας σημειωθεί τέλος, ότι 10 χώρες – μέλη της ΕΕ έχουν ήδη συνταχθεί με τη διατήρηση του ισχύοντος συστήματος, της οριακής τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας.











