Καμία παράταση στον λιγνίτη και την “Πτολεμαϊδα 5”
Η κυβέρνηση δεν εξετάζει παράταση στη διάρκεια ζωής της λιγνιτικής μονάδας της ΔΕΗ “Πτολεμαίδα V” , ούτε κάν ως εφεδρικού σταθμού για την σταθερή παραγωγή ηλεκτρισμού από εγχώριο καύσιμο σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που διανύουμε με τον πόλεμο στο Ιράν και την αβεβαιότητα τόσο για τις τιμές όσο και για την επάρκεια του εισαγόμενου φυσικού αερίου.
Μιλώντας στο περιθώριο της εκδήλωσης για τα ενεργειακά έργα που έχουν ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και το Repower EU, ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, δήλωσε πως με τα σημερινά δεδομένα η Ελλάδα αλλά και η Ευρώπη δεν κινδυνεύει από έλλειψη φυσικού αερίου, εκτιμώντας παράλληλα ότι ο πόλεμος δεν θα διαταράξει τον σχεδιασμό για τον Κάθετο Διάδρομο μεταφοράς φυσικού αερίου.
Ερωτώμενος, αν λόγω των διαδοχικών ενεργειακών κρίσεων (πόλεμος στην Ουκρανία και τώρα στο Ιράν) η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να διατηρήσει σε κάποια μορφή εφεδρείας την “Πτολεμαϊδα V”, που λειτουργεί με λιγνίτη, το μόνο εγχώριο καύσιμο σταθερής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ο κ. Τσάφος απάντησε αρνητικά. Εξήγησε πώς το κόστος λειτουργίας της μονάδας είναι πολύ υψηλό, καθώς επιβαρύνεται από το κόστος ρύπων, προσθέτοντας ότι και τεχνικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να λειτουργήσει ως εφεδρική μονάδα.
Ας σημειωθεί πάντως ότι η ΡΑΑΕΥ στο επικαιροποιημένο σχέδιο της για την αντιμετώπιση κρίσεων , που ανάρτησε προχθές, μιλά για πρόβλεψη ετοιμότητας όλων των διαθέσιμων ηλεκτροπαραγωγικών μονάδων ανάλογα με τα διαθέσιμα αποθέματα κάθε ημέρας, αναφέροντας τον λιγνίτη, το φυσικό αέριο και τα υδάτινα αποθέματα.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΔΕΗ, η μονάδα Πτολεμαϊδα V, που είναι ο πιο σύγχρονος λιγνιτικός σταθμός της χώρας, ονομαστικής ισχύος 660 MW και προϋπολογισμού άνω των 1,5 δισ. Ευρώ, που τέθηκε σε λειτουργία μόλις πριν λίγα χρόνια, αναμένεται να κλείσει στο τέλος του 2026-αρχές 2027 και θα μετατραπεί σε μονάδα καύσης φυσικού αερίου ανοικτού κύκλου.
Αναφερόμενος στην τρέχουσα κρίση ο κ. Τσάφος είπε ότι υπάρχουν δομικές διαφορές σε σχέση με την προηγούμενη του 2022-23, καθώς τότε χώρες της Ευρώπης, όπως η Γερμανία και η Ουγγαρία ανησυχούσαν για την επάρκεια εφοδιασμού. Από τότε έχουν αλλάξει πολλά. Ακόμα και αν η Ρωσία διακόψει τελείως τις ροές αερίου προς την Ευρώπη, όπως απείλησε πρόσφατα ο πρόεδρος Πούτιν, τόσο η χώρα μας όσο και η υπόλοιπη Ευρώπη θα βρουν από αλλού. ‘Άλλωστε το Κατάρ, που μετά τις επιθέσεις και το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έχει διακόψει πλήρως τις εξαγωγές αερίου, κατέχει μερίδιο 10% στο σύνολο των εισαγωγών υγροποιημένου αερίου (LNG) της ΕΕ, ενώ το μερίδιο της Ρωσίας έχει μειωθεί στο 13% του συνολικών εισαγωγών αερίου της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό οι Βρυξέλλες δεν φαίνεται να αναθεωρούν την πολιτική τους ως προς την πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο, ως το τέλος του 2027, ούτε να συζητούν κάποια χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Μόσχας.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι προ του πολέμου το Κατάρ πουλούσε το LNG στα 30 ευρώ/MWh, ενώ το LNG σπό τιε ΗΠΑ , που είναι ο βασικός προμηθευτής υγροποιημένου αερίου στη χώρα μας και την Ευρώπη, διατίθεται στα 60 ευρώ/MWh
Το άλλο μεγάλο ζήτημα αφορά στις τιμές του αερίου, με βάση τις οποίες διαμορφώνονται και οι τιμές ηλεκτρισμού στη χονδρική αγορά. Προς το παρόν, οι τιμές στο φυσικό αέριο ΤΤF, που αποτελεί το σημείο αναφοράς για την Ευρώπη, κυμαίνονται στα 50 ευρώ/MWh, ένα επίπεδο που δεν δημιουργεί πρόβλημα, δεδομένου ότι στα 50 ευρώ/MWh εκινούνταν τόσο στο τέλος του 2024, ότο και τους πρώτους δύο μήνες του 2025. Καθώς δε η συμμετοχή του φυσικού αερίου στο ενεργειακό μείγμα της χώρας μας, όπως και σε άλλες χώρες της ΕΕ, έχει αυξηθεί σημαντικά, λόγω της μεγάλης διείσδυσης των ΑΠΕ, αμβλύνονται και οι συνέπετεις.
‘Iσως για το λόγο αυτό (….και όχι μόνον) η πρόταση για την αναθεώρηση της οριακής τιμολόγησης του ηλεκτρισμού, με βάση την τιμή του ακριβότερου καυσίμου, φαίνεται να μην έχει “πέραση” στην Ευρώπη. Πρόκειται για το ένα από τα τρία θέματα (πέραν των επιπτώσεων του πολέμου στο Ιράν) που έχει τεθεί στην ατζέντα της Συνόδου Κορυφής, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 17-19 Μαρτίου. Τα άλλα δύο αφορούν στην αναμόρφωση του μηχανισμού εμπορίας των δικαιωμάτων CO 2 (ΕΤS) που επίσης δεν εμφανίζεται ώριμο για αλλαγές, παρά τις πιέσεις της Ιταλίας και των τροποποιήσεων που ζητά η Γερμανία. “Eίναι ακόμα στη μέση του δρόμου” όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά. Το τρίτο αφορά στις εξαγωγές ρεύματος μέσω των διασυνδέσεων και ίσως να είναι και το πιο “καυτό”, καθώς φαίνεται να υπάρχει διχογνωμία. Αρκετές χώρες ζητούν την αλλαγή παραμέτρων του μηχανισμού ακόμη και τη μη υλοποίηση διασυνδέσεων, όσο φθηνό ρεύμα από μία χώρα διοχετεύεται στη γειτονική της, με αποτέλεσμα ο καταναλωτής της πρώτης χώρας να πληρώνει ακριβότερα για το ρεύμα, απ’ όσο θα αντιστοιχούσε αν δεν είχαν γίνει εξαγωγές. Το αντεπιχείρημα της άλλης πλευράς είναι ότι αν πάψουμε να μοιραζόμαστε την ενέργεια τότε εγκαταλείπουμε την ιδέα της ενιαίας εσωτερικής αγοράς.
Μέχρι στιγμής η Ελλάδα δεν έχει οριστικοποιήσει τις θέσεις με τις οποίες θα προσέλθει στη Σύνοδο Κορυφής για τα τρία αυτά ζητήματα.











