Συσσωρεύονται οι ληξιπρόθεσμοι λογαριασμοί ρεύματος στους προμηθευτές
Συσσώρευση ληξιπρόθεσμων λογαριασμών ρεύματος και σοβαρή επιβάρυνση στις εταιρίες προμήθειας ηλεκτρισμού προκαλεί η μη αναθεώρηση εδώ και χρόνια του ανώτατου ποσού επισφαλών απαιτήσεων που μπορούν να διαγράφονται για φορολογικούς σκοπούς, με τον ΕΣΠΕΝ, το Σύνδεσμο που εκπροσωπεί τους προμηθευτές ηλεκτρικής ενέργειας, να ζητεί την αναθεώρηση του ποσού, από τα 300 ευρώ που ισχύει σήμερα στα 3.000 ευρώ.
Οπως αναφέρει ο ΕΣΠΕΝ με επιστολή του προς τη γενική γραμματέα Φορολογικής Πολιτικής του υπουργείου Οικονομικών κα Χ. Μήλιου, επιστολή που κοινοποίησε και στην πολιτική ηγεσία των υπουργείων Οικονομικών και Περιβάλλοντος- Ενέργειας, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα διαγραφής επισφαλών απαιτήσεων χωρίς προηγούμενη δικαστική ενέργεια για ποσά ύψους έως 300 ευρώ ανά αντισυμβαλλόμενο, τα οποία έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα για χρονικό διάστημα 12 μηνών και άνω. ‘Όμως για ποσά άνω των 300 ευρώ, πρέπει να ακολουθηθούν όλες οι προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες, με τα τα έξοδα όμως που απαιτούνται σήμερα να ξεπερνούν κατά πολύ το προσδοκώμενο όφελος. Από την άλλη πλευρά σε περίπτωση που οι εταιρίες προμήθειας δεν προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες για την είσπραξη των ποσών, τότε η μη εισπραχθείσα απαίτηση φορολογείται με 22%.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ΕΣΠΕΝ ζητά συνάντηση με την γενική γραμματέα προκειμένου να ενημερώσει διεξοδικά για το θέμα και την ανάγκη για την άμεση αναθεώρηση των σχετικών ποσών.
Αναλυτικότερα, όπως αναφέρει η επιστολή, ο Σύνδεσμος κρίνει αναγκαία την αναπροαρμογή του ορίου των 300 ευρώ στις 3.000 ευρώ κυρίως λόγω του υπερδιπλασιασμού του κόστους των απαιτούμενων δικαστικών ενεργειών αλλά και της σημαντικής αύξησης των τιμών στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Με την εφαρμογή του νέου «δικαστικού χάρτη» από 16.09.2024, το ελάχιστο κόστος δικαστικών παραβόλων και τελών για την ανάληψη ενεργειών είσπραξης επισφαλούς απαίτησης αυξήθηκε σε τουλάχιστον 268 ευρώ. Επιπλέον, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 17255/12.03.2026 Υπουργικής Απόφασης, η έκδοση διαταγών πληρωμής ανατίθεται σε αρμόδιους δικηγόρους έναντι αποζημίωσης τετρακοσίων 400 ευρώ ανά διαταγή. Ως αποτέλεσμα, το συνολικό κόστος των σχετικών δικαστικών ενεργειών υπερδιπλασιάζεται, ανερχόμενο πλέον σε εξακόσια εξήντα οκτώ 668 ευρώ. “Συνεπώς, σε σύγκριση με την εναλλακτική οδό, η οποία συνεπάγεται τη φορολόγηση της μη εισπραχθείσας απαίτησης με συντελεστή 22%, η επιδίωξη δικαστικής είσπραξης για ποσά μικρότερα των 3.000 ευρώ καθίσταται στην πράξη οικονομικά ασύμφορη για τον φορολογούμενο” υπογραμμίζει ο Σύνδεσμος.
Παράλληλα τονίζει και τη σημαντική αύξηση των τιμών στην αγορά ενέργειας, από το 2019 που θεσπίστηκε το όριο των 300 ευρώ. Ενδεικτικά, η μέση τιμή χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας από 58 €/MWh το 2020, ξεπέρασε τα 130 €/MWh το 2021, ενώ το 2022 ανήλθε σε 306 €/MWh. Από το 2023 έως σήμερα ξεπερνά μεσοσταθμικά τα 120 €/MWh.
Παράλληλα, σημαντική αύξηση έχει συντελεστεί και συνεχίζει να συντελείται και στο ύψος των ρυθμιζόμενων χρεώσεων χρήσης του Συστήματος Μεταφοράς και του Δικτύου Διανομής. Πρόκειται για εξελίξεις που συνεπάγονται σημαντική αύξηση στο ύψος των επισφαλών απαιτήσεων ανά πελάτη, οι οποίες πλέον, στη συντριπτική πλειονότητά τους, υπερβαίνουν κατά πολύ το όριο των τριακοσίων (300) ευρώ.
Με δεδομένο τον φορολογικό συντελεστή του 22% για μία επισφαλή απαίτηση των 3.000 ευρώ ο φόρος που αντιστοιχεί είναι 660 ευρώ, όσο δηλαδή και οι δικαστικές δαπάνες.
Τέλος οι εταιρίες προμήθειας υπενθυμίζουν ότι έχουν χάσει το βασικό εργαλείο διεκδίκησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών, αφού δεν έχουν πια το δικαίωμα να ζητήσουν τη διακοπή ηλεκτροδότησης των πρώην πελατών τους, που δεν έχουν πληρώσει τα οφειλούμενα, μετά την υπ’ αριθμ. 1888/2020 απόφαση του ΣτΕ και το θεσμικό κενό που δημιουργήθηκε σχετικά με τη διαδικασία αλλαγής προμηθευτή.
Η απώλεια αυτής της δυνατότητας έχει περιορίσει δραστικά τα περιθώρια εξωδικαστικής είσπραξης και συμβάλλει γεωμετρικά στη συσσώρευση ανεπίδεκτων είσπραξης ή διαγραφής απαιτήσεων, με άμεση επίπτωση στην τιμολογιακή πολιτική των προμηθευτών, τονίζουν οι εταιρίες προμήθειας, επισημαίνοντας ακόμα τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν με τους πελάτες που δεν πληρώνουν και μεταπίπτουν στην Καθολική Υπηρεσία.











