Ανοίγει ο δρόμος για το υδρογόνο χαμηλού CO2
Tη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από το υδρογόνο χαμηλού άνθρακα και τα άλλα καύσιμα της κατηγορίας αυτής οριστικοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο της Οδηγίας για την Αγορά Υδρογόνου και Φυσικού Αερίου, ολοκληρώνοντας κατά τον τρόπο αυτό το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ για το υδρογόνο.
Η απόφαση ξεκαθαρίζει το τοπίο για τα καύσιμα που εμπίπτουν στην κατηγορία των χαμηλών εκπομπών CO2 και ανοίγει το δρόμο για σχετικές επενδύσεις, ενδιαφέρον για τις οποίες έχουν επιδείξει και τα δύο ελληνικά διυλιστήρια.
Με βάση τη νέα μεθοδολογία, για να θεωρηθεί το υδρογόνο ή ένα άλλο καύσιμο ως χαμηλών εκπομπών άνθρακα θα πρέπει να επιτυγχάνει ένα όριο μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου 70% σε σύγκριση με τη χρήση ορυκτών καυσίμων μη μειωμένου άνθρακα. Αυτό σημαίνει ότι το υδρογόνο χαμηλών εκπομπών άνθρακα μπορεί να παραχθεί με διάφορους τρόπους, όπως για παράδειγμα με τη χρήση φυσικού αερίου που συνδυάζεται με δέσμευση, αξιοποίηση και αποθήκευση άνθρακα (CCUS) – τεχνολογία που αποτρέπει τις εκπομπές από τη διαδικασία παραγωγής υδρογόνου – καθώς και από πηγές ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλών εκπομπών CO 2.
Στόχος της Επιτροπής είναι να προσφέρει ένα πιο ευέλικτο και ρεαλιστικό πλαίσιο για το υδρογόνο, αναγνωρίζοντας την ποικιλομορφία των ενεργειακών μειγμάτων στα κράτη μέλη. Πάντως, η απόφαση αυτή της Κομισιόν δεν καθορίζει το μερίδιο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας που μπορεί να ληφθεί υπόψη για το υδρογόνο που παράγεται από ηλεκτρική ενέργεια. Η παράμετρος αυτή ορίζεται στην Οδηγία για τις ΑΠΕ, υιοθετώντας μια προσέγγιση ετήσιου μέσου όρου, πράγμα που μπορεί να επανεξεταστεί κατά την αναθεώρηση της Οδηγίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Ταυτόχρονα, η Επιτροπή μελετά τη δυνατότητα εισαγωγής ρεαλιστικότερης εφαρμογής του κανονισμού για το μεθάνιο, με έμφαση σε πρακτικές λύσεις που θα είναι απλές και θα επιτυγχάνουν τους στόχους για την αντιμετώπιση των εκπομπών μεθανίου.
Το υδρογόνο χαμηλών εκπομπών άνθρακα είναι ένα από τα νέα καύσιμα που θα στηρίξουν τις προσπάθειες της ΕΕ για την απαλλαγή από το CO2 σε τομείς για τους οποίους, προς το παρόν, η ηλεκτροκίνηση δεν αποτελεί βιώσιμη επιλογή, όπως για παράδειγμα η αεροπορία, η ναυτιλία και ορισμένες βιομηχανικές διαδικασίες. Παράλληλα πρόκειται για μία πρωτοβουλία, που εκτιμάται ότι θα διασφαλίσει ότι ο ευρωπαϊκός τομέας υδρογόνου και η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα διατηρήσουν τον ηγετικό τους ρόλο και την ανταγωνιστικότητά τους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει να αξιολογήσει τον αντίκτυπο από την εισαγωγή εναλλακτικών καυσίμων στο ενεργειακό σύστημα και την μείωση των εκπομπών ρύπων σε συνδυασμό με την ανάγκη διατήρησης ισότιμων όρων ανταγωνισμού με την προμήθεια πλήρως ανανεώσιμης ηλεκτρικής ενέργειας. Το 2026 θα ξεκινήσει η δημόσια διαβούλευση σχετικά με το σχέδιο μεθοδολογίας για τη χρήση ΡΡΑ από πυρηνική ενέργεια, αποσαφηνίζοντας τους όρους για την παραγωγή υδρογόνου χαμηλών εκπομπών άνθρακα κατευθείαν από πυρηνική ενέργεια.
Εξ’ άλλου στις αρχές του μήνα η Επιτροπή ανακοίνωσε την έναρξη του Μηχανισμού Υδρογόνου στο πλαίσιο της νέας Πλατφόρμας Ενέργειας και Πρώτων Υλών της ΕΕ. Πρόκειται για μία διαδικτυακή πλατφόρμα , η οποία θα φιλοξενεί μηχανισμούς για το υδρογόνο, τις πρώτες ύλες, το φυσικό αέριο και το βιομεθάνιο, με το ενδεχόμενο να επεκταθεί και σε άλλα προϊόντα στο μέλλον. Στόχος είναι να δώσει τη δυνατότητα στις ευρωπαϊκές εταιρείες να προμηθεύονται αποτελεσματικά ενέργεια και πρώτες ύλες.
Ο Μηχανισμός Υδρογόνου είναι η πρώτη εφαρμογή της νέας πλατφόρμας, η οποία έχει σχεδιαστεί για να υποστηρίξει την ανάπτυξη της αγοράς ανανεώσιμου και χαμηλών εκπομπών άνθρακα υδρογόνου και των παραγώγων του (αμμωνία, μεθανόλη, ηλεκτρικό-βιώσιμο καύσιμο αεροπορίας «eSAF»). Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν πλέον να εγγραφούν στην Πλατφόρμα και στον Μηχανισμό Υδρογόνου της ΕΕ. Ο πρώτος γύρος αντιστοίχισης ζήτησης και προσφοράς έχει προγραμματιστεί για τον Σεπτέμβριο του 2025.
Η μεθοδολογία για το υδρογόνο χαμηλού άνθρακα θα διαβιβαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, τα οποία έχουν προθεσμία 2 μηνών για να την εξετάσουν και είτε να αποδεχτούν είτε να απορρίψουν τις προτάσεις. Κατόπιν αιτήματός τους, η περίοδος ελέγχου μπορεί να παραταθεί κατά 2 μήνες. Δυνατότητα τροποποίησης της πρότασης δεν υπάρχει ούτε για το Κοινοβούλιο, ούτε για το Συμβούλιο.











