Σε τροχιά ενεργειακής ενοποίησης η ΝΑ Ευρώπη – Μήνυμα Παπασταύρου για φυσικό αέριο και ηλεκτρισμό στο Υπουργικό της Ενεργειακής Κοινότητας
Με την ολοκλήρωση δύο δεκαετιών από την ίδρυση της Ενεργειακής Κοινότητας και φόντο τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή, η Αθήνα φιλοξένησε το άτυπο Υπουργικό Συμβούλιο του οργανισμού, στέλνοντας μήνυμα για στενότερη περιφερειακή ενεργειακή ενοποίηση και απεξάρτηση από τα ρωσικά καύσιμα.
Την πρόοδο στον τομέα του φυσικού αερίου αλλά και την ανάγκη επιτάχυνσης των διασυνδέσεων στην ηλεκτρική ενέργεια επισήμανε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας Dan Jorgensen, παρουσιάζοντας την πρόταση της Κομισιόν για πλήρη διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2027.
«Η περιοχή μας δεν είναι ακόμη πλήρως ενσωματωμένη στο ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα – αυτό είναι δομικό μειονέκτημα για τους πολίτες μας», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Παπασταύρου, υπογραμμίζοντας την πρόοδο που έχει επιτευχθεί με τον Κάθετο Διάδρομο, καθώς «δεν εξαρτώμαστε πλέον από ρωσικό αέριο – το LNG φτάνει από τον Νότο ως την Ουκρανία και τη Μολδαβία». Αντίθετα, για τον τομέα του ηλεκτρισμού, σημείωσε ότι «παραμένει τεχνικά πολύπλοκος, αυστηρά ρυθμιζόμενος και μεταβαλλόμενος», καλώντας σε επιτάχυνση της σύγκλισης.
Ο κ. Jorgensen ανέδειξε τη ραγδαία μείωση της εξάρτησης της Ε.Ε. από ρωσικά καύσιμα μετά το 2022: ο άνθρακας έχει μηδενιστεί, το πετρέλαιο έχει πέσει από το 27% στο 3%, ενώ το ρωσικό φυσικό αέριο καλύπτει πλέον μόλις το 13% των ευρωπαϊκών αναγκών, έναντι 45% προ διετίας. «Ακόμα και το 13% είναι υπερβολικό – δεν θα επιτρέψουμε στη Ρωσία να χρησιμοποιεί την ενέργεια ως όπλο», σημείωσε, ευχαριστώντας την Ελλάδα για τη στήριξή της στις σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Ιδιαίτερη αναφορά στον ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα ενεργειακής ασφάλειας για την περιοχή έκανε και ο Γενικός Διευθυντής της Ενεργειακής Κοινότητας Artur Lorkowski. «Η Ελλάδα αποτελεί πύλη για την παγκόσμια αγορά ενέργειας και LNG – η συνεργασία με τα Δυτικά Βαλκάνια αποφέρει αμοιβαία οικονομικά και συστημικά οφέλη», σημείωσε. Τόνισε επίσης την ανάγκη για κοινά πρότυπα ανταγωνισμού, με εργαλείο την προώθηση του carbon pricing, των ΑΠΕ και της μείωσης των εκπομπών.
Το Υπουργικό Συμβούλιο συγκλήθηκε με αφορμή την επέτειο των 20 χρόνων από την υπογραφή της Συνθήκης της Ενεργειακής Κοινότητας (Αθήνα, 2005), η οποία στόχευε στη δημιουργία ενιαίας αγοράς ενέργειας, προσέλκυση επενδύσεων και ενεργειακή μετάβαση βάσει του ευρωπαϊκού κεκτημένου.
Σήμερα, η Ενεργειακή Κοινότητα αριθμεί 9 συμβαλλόμενα μέρη από τα Δυτικά Βαλκάνια, την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Γεωργία, ενώ παρατηρητές είναι η Νορβηγία, η Τουρκία και η Αρμενία. Η Ελλάδα συμμετέχει με καθεστώς «συμμετέχουσας χώρας», με λόγο αλλά χωρίς ψήφο, ως κράτος-μέλος της Ε.Ε., η οποία εκπροσωπείται από την Κομισιόν και κατέχει τη θέση του Μόνιμου Αντιπροέδρου.











