ACER: Ανοίγει ο δρόμος για την ένταξη της ζήτησης, των ΑΠΕ και της αποθήκευσης ενέργειας στην ευελιξία
Δώδεκα μήνες χρονικό περιθώριο έχει η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της ΕΕ να διαμορφώσουν τα εκθνικά τους σχέδια για τον προσδιορισμό των αναγκών ευελιξίας του ηλεκτρικού συστήματος χωρίς τη χρήση ορυκτών καυσίμων, με βάση τη μεθοδολογία που ενέκρινε πρόσφατα ο Ευρωπαίος Ρυθμιστής, ACER.
Πρόκειται για μέτρο που δίνει το προβάδισμα στην απόκριση της ζήτησης και στις ανανεώσιμες πηγές, συμπεριλαμβανομένης της αποθήκευσης ενέργειας, με στόχο την ανάπτυξη μιας κοινής ευρωπαϊκής βάσης για την ενσωμάτωση περισσότερων ΑΠΕ στο δίκτυο ηλεκτρισμού και την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για την απαλλαγή από το διοξείδιο του άνθρακα.
Η απόφαση του ACER υποστηρίζει άμεσα τη Συμφωνία για τη Καθαρή Βιομηχανία, θέτοντας τις βάσεις για ένα πιο ανθεκτικό σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας, ικανό να τροφοδοτήσει μια ανταγωνιστική οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα.
Η Μεθοδολογία Αξιολόγησης Αναγκών Ευελιξίας (FNAM) αναπτύχθηκε από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ENTSO-E) και τον φορέα Διαχειριστών Συστημάτων Διανομής της ΕΕ (φορέας DSO της ΕΕ) και εγκρίθηκε από τον ACER. Στόχος είναι να καθοδηγήσει τους Διαχειριστές δικτύων ηλεκτρισμού της ΕΕ στον προσδιορισμό της ποσότητας καθαρής και ευέλικτης ενέργειας που χρειάζεται η χώρα τους, προκειμένου να διαχειριστεί τη μεταβλητότητα της ζήτησης και της προσφοράς στο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας.
Η μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ στα συστήματα ηλεκτρισμού της Ευρώπης έχει καταστήσει αναγκαίες τις παρεμβάσεις στον τομέα αυτό, δεδομένης της υψηλής μεταβλητότητας της παραγωγής που “υπακούει” στις καιρικές συνθήκες χωρίς να αντιστοιχίζεται με τις αυξομειώσεις της ζήτησης.
Η καθαρή ευελιξία είναι η ικανότητα του ενεργειακού συστήματος να προσαρμόζεται γρήγορα στις αλλαγές της προσφοράς και της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα.
Η καθαρή ευελιξία επιτρέπει :
. στην Απόκριση Zήτησης, την αποθήκευση ή την ευέλικτη παραγωγή να εξισορροπούν το δίκτυο σε πραγματικό χρόνο.
. τη Μετατόπιση της ανανεώσιμης ενέργειας από περιόδους πλεονάζουσας ενέργειας (π.χ.ημέρες με μεγάλη ηλιοφάνεια ή νύχτες με αέρα) σε περιόδους υψηλής ζήτησης.
. τη Μείωση των περικοπών της παραγωγής των ΑΠΕ, όταν το δίκτυο δεν μπορεί να απορροφήσει την προσφορά.
Η καθαρή ευελιξία μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από το φυσικό αέριο, να προωθήσει την ενεργειακή μετάβαση με οικονομικά πιο αποδοτικό τρόπο και να βοηθήσει τα κράτη μέλη να επιτύχουν τους δεσμευτικούς στόχους της ΕΕ για τις ΑΠΕ ως το το 2030 (διείσδυση 42,5% στο ενεργειακό σύστημα) και τη κλιματική ουδετερότητα έως το 2050.
Η μεθοδολογία του ACER διακρίνει δύο κύριους τύπους αναγκών ευελιξίας: τις ανάγκες ευελιξίας δικτύου και τις ανάγκες ευελιξίας του συστήματος. Η ευελιξία του δικτύου αντικατοπτρίζει την ευελιξία που απαιτείται για την προσαρμογή στη διαθεσιμότητα του δικτύου, ενώ η ευελιξία του συστήματος αναφέρεται στην ικανότητα του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας να προσαρμόζει τόσο την παραγωγή όσο και την κατανάλωση ενέργειας στα σήματα από την αγορά.
Η μεθοδολογία αξιολόγησης των αναγκών ευελιξίας παρέχει μια εναρμονισμένη προσέγγιση για τους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς και διανομής (ΔΣΜ και ΔΣΔ) στην ανάλυση των εθνικών αναγκών ευελιξίας όσον αφορά τα δεδομένα που πρέπει να συλλέγουν και τον τρόπο αξιολόγησης των αναγκών ευελιξίας κάθε χώρας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.
Στο πλαίσιο αυτό, κάθε χώρα -μέλος της ΕΕ θα πρέπει :
1) Να διεξάγει εθνική αξιολόγηση αναγκών ευελιξίας (FNA) χρησιμοποιώντας τη νέα μεθοδολογία.
2) Να υποβάλει ως τον Ιούλιο του 2026 την αξιολόγηση αυτή στον ACER και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
3) Να χρησιμοποιήσει τα ευρήματα για να ορίσει ενδεικτικούς εθνικούς στόχους ευελιξίας χωρίς ορυκτά καύσιμα (έως τον Ιανουάριο του 2027).
Στη συνέχεια ο ACER θα δημοσιεύσει μια πανευρωπαϊκή έκθεση για την εκτίμηση των αναγκών ευελιξίας, συμπεριλαμβανομένης μιας σειράς συστάσεων για διασυνοριακά ζητήματα σε επίπεδο ΕΕ (Ιούλιος 2027).
Η προσέγγιση του Ευρωπαίου Ρυθμιστή βασίζεται σε υπάρχουσες μελέτες, όπως η Ευρωπαϊκή Αξιολόγηση Επάρκειας Πόρων (ERAA) και οι Εθνικές Αξιολογήσεις Επάρκειας Πόρων (NRAA), για να διασφαλίσει τη συνέπεια και να αποτρέψει τις επικαλύψεις.
Στο πλαίσιο αυτό, καλύπτει τα δίκτυα Μεταφοράς και Διανομής, επιτρέποντας μια πλήρη εικόνα των αναγκών ευελιξίας του συστήματος και λαμβάνει υπόψη τα σχέδια ανάπτυξης των δικτύων διανομής (DNDPs).
Επίσης, ποσοτικοποιεί την απαιτούμενη ευελιξία χωρίς ορυκτά καύσιμα που χρειάζεται κάθε χώρα για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για το Κλίμα και προσδιορίζει την ποσότητα της ανανεώσιμης ενέργειας που μπορεί να μετατοπιστεί με οικονομικά αποδοτικό τρόπο από τις περιόδους πλεονάσματος σε περιόδους υψηλής ζήτησης, μεγιστοποιώντας τη χρήση καθαρής ενέργειας και μειώνοντας τις περικοπές.
Ο σχεδιασμός συνεκτιμά το διασυνοριακό δυναμικό και το ρόλο των διασυνδέσεων στην κάλυψη των αναγκών ευελιξίας και προσδιορίζει τα κανονιστικά και εμπορικά εμπόδια ιδιαίτερα όσον αφορά στην απόκριση της ζήτησης, με στόχο να τα εξαλείψει.
Ο φορέας των Δικτύων Διανομής της ΕΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκδώσει Κατευθυντήριες Γραμμές για την εναρμόνιση των αξιολογήσεων ευελιξίας σε όλη την ΕΕ και την ευθυγράμμιση με τελευταίο Σχέδιο Δράσης της ΕΕ για τα Δίκτυα.
Η συντονισμένη προσέγγιση των χωρών θεωρείται απαραίτητη για την επίτευξη ενός κλιματικά ουδέτερου συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, διασφαλίζοντας την πλήρη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.











