Τιμολόγια ρεύματος: Χαμηλότερες τιμές αναμένονται τον Μάιο
Χαμηλότερες τιμές ρεύματος τον Μάιο για τους καταναλωτές με κυμαινόμενα τιμολόγια προμηνύεται η πτώση των τιμών στη χονδρική αγορά ηλεκτρισμού, που καταγράφηκε τον Απρίλιο, για δεύτερο συνεχή μήνα.
Οι πάροχοι πρόκειται να ανακοινώσουν την 1η Μαίου τα τιμολόγια του μήνα. Βέβαια, κάθε εταιρία προμήθειας θα διαμορφώσει την τιμή χρέωσης ενέργειας, ανάλογα με την εμπορική της πολιτική, αναμένεται όμως αρκετοί πάροχοι και ιδίως εκείνοι που είχαν κρατήσει υψηλά τις τιμές τον χειμώνα, να ανακοινώσουν χαμηλότερα τιμές
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε τον Απρίλιο (1-30/4) στα 89,05 ευρώ/MWh, περίπου 15,9% κάτω από την αντίστοιχη μέση τιμή του Μαρτίου, των 105,91 ευρω/MWh
Πρόκειται για το δεύτερο συνεχόμενο μήνα πτώσης των τιμών στην αγορά χονδρικής, μία πτώση σχεδόν αναμενόμενη, λόγω της εποχικότητας. Η άνοιξη και των φθινόπωρο είναι οι δύο χρονικές περίοδοι του έτους, που συνήθως οι τιμές μειώνονται, καθώς οι ήπιες καιρικές συνθήκες οδηγούν σε υπερπροσφορά ενέργειας από ΑΠΕ και σε σχετικά χαμηλή κατανάλωση.
Τον Μάρτιο η μέση τιμή στη χονδρική αγορά είχε υποχωρήσει κατά περίπου 30% σε σχέση με τον Φεβρουάριο, πράγμα που οδήγησε σε μία μέση πτώση των τιμών λιανικής του Απριλίου της τάξης του 15% για τα πράσινα οικιακά τιμολόγια.
Εκτός όμως από την αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα της χώρας, σημαντικό ρόλο παίζει και η αποκλιμάκωση της τιμής του φυσικού αερίου TTF. Σχεδόν όλος τις ημέρες του Απριλίου η τιμή του συμβολαίου TTF για παράδοση φυσικού αερίου τον Μάιο κινήθηκε αρκετά κάτω από τα 40ευρώ/MWh, ξεκινώντας την 1η Απριλίου στα 42,450 ευρώ/MWh για να πέσει την επόμενη ημέρα (2/4) στα 36,401 ευρώ/MWh και έκτοτε να κινηθεί κάτω από το επίπεδο αυτό και να κλείσει χθες στα 31,7 ευρώ/MWh (2,159%). Η πτώση της τιμής TTF τον Απρίλιο αναμένεται να επηρεάσει τη διαμόρφωση τιμών στην εγχώρια χονδρική αγορά ηλεκτρισμού τον Μάιο.
Χθες, η Metlen ανακοίνωσε ότι τον Μάιο θα διατηρήσει σταθερό, για 11ο συνεχόμενο μήνα, το ειδικό «πράσινο» οικιακό τιμολόγιο Value Special στα 0,159 €/ ΚWh.
Καθοριστική θα είναι η πολιτική της ΔΕΗ, που έχει το μεγαλύτερο μερίδιο στα οικιακά τιμολόγια και βέβαια στα “πράσινα” και συνήθως δίνει τον τόνο στην αγορά για τη διαμόρφωση των τιμολογίων του επόμενου μήνα, συμπαρασύροντας και τους άλλους παίκτες.
Τον Απρίλιο η ΔΕΗ είχε μειώσει τη χρέωση ενέργειας στο πράσινο οικιακό τιμολόγιο για κατανάλωση ως 500 Kwh, κατά 24,6%, στα 11,67 λεπτά/KWh από 15,48 λεπτά/Kwh τον Μάρτιο. Για κατανάλωση μεγαλύτερη των 500 κιλοβατωρών η χρέωση είχε οριστεί στα 12,97 λεπτά/Kwh και για τα διζωνικά τιμολόγια (πρώην νυχτερινά) είχε μειωθεί στα 8,57 λεπτά/Kmh.
Πάντως, η πτώση των τιμών τον Μάρτιο και τον Απρίλιο δεν προεξοφλεί απαραίτητα συνεχείς μειώσεις τιμών τους επόμενους μήνες. Οι απότομες μεταβολές και η έντονη εποχικότητα αποτελούν την νέα πραγματικότητα των ευρωπαϊκών αγορών ενέργειας, όπως έχει δείξει η εμπειρία όλων των προηγούμενων μηνών. ‘Έτσι το καλοκαίρι, που η κατανάλωση αυξάνεται λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της χρήσης κλιματιστικών, παρατηρείται συνήθως άνοδος των τιμών.
Μάλιστα του θερινούς μήνες πέρυσι, η ελληνική αγορά βίωσε μία μίνι ενεργειακή κρίση, όταν οι τιμές εκτοξεύτηκαν σε επίπεδα που θύμιζαν το 2022, εξ αιτίας κυρίως της κατακόρυφης αύξησης της ζήτησης στις γειτονικές χώρες και την Ουκρανία αλλά και των χειρισμών των ηλεκτρικών διασυνδέσεων μεταξύ των χωρών, σε μία περίοδο που κατά κανόνα κορυφώνεται η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα μας, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών.
Τέλος σήμερα, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώνεται στα 64,93 ευρώ/MWh, κατά 10,56% αυξημένη σε σχέση με χθες. Στο ενεργειακό μείγμα κυριαρχούν οι ΑΠΕ με μερίδιο 67,46%. Η υπερπροσφορά “πράσινου” ηλεκτρισμού οδήγησε και πάλι σε περικοπές έγχυσης ενέργειας στο δίκτυο αλλά και σε οριακά αρνητικές τιμές τις ώρες της μεγάλης παραγωγής. ‘Έτσι η ελάχιστη τιμή διαμορφώθηκε στο -0,01% ευρώ/MWh και η μέγιστη στα 163,20 ευρώ/MWh. H συμμετοχή του φυσικού αερίου περιορίστηκε στο 18,31% ενώ χαμηλό ήταν και το μερίδιο των εισαγωγών 5,7%. Aντίθετα αυξημένες, στο 18,77% ήταν οι εξαγωγές.











