Σε επενδύσεις για πράσινα καύσιμα δίνουν έμφαση τα διυλιστήρια τα επόμενα χρόνια
Ανθεκτικές πωλήσεις στα ορυκτά καύσιμα “βλέπουν” οι ελληνικές εταιρίες διύλισης για τα επόμενα χρόνια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν προετοιμάζονται για την ενεργειακή μετάβαση, με βάση τους κανονισμούς και τους στόχους της ΕΕ.
Για την παγκόσμια αγορά, οι αναλυτές θεωρούν ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο θα καλύπτουν περίπου το 50% του παγκόσμιου ενεργειακού μείγματος το 2050 και μάλιστα ο OPEC προβλέπει ότι η παγκόσμια ζήτηση για πετρέλαιο θα αυξηθεί κατά 1,45 εκατ. βαρέλια/ημερησίως το 2025 και κατά 1,43 εκατ. βαρέλια/ημερησίως ημέρα το 2026.
Από την πλευρά τους, οι ελληνικές εταιρίες διύλισης εκτιμούν ότι η αυξανόμενη ζήτηση καυσίμων τα επόμενα χρόνια θα οδηγήσει σε αύξηση των επενδύσεων έως το 2030, παρά το γεγονός ότι τη διετία 2023-2024 σημειώθηκε σημαντική κάμψη.
Δεδομένων πάντως των επιταγών της ΕΕ, τη μερίδια του λέοντος στις νέες επενδύσεις παίρνουν τα «πράσινα» καύσιμα . Η πρόσμιξη τους στις βενζίνες, το ντίζελ, τα αεροπορικά καύσιμα και τα καύσιμα ναυτιλίας, αποτελεί υποχρέωση που επιβάλλουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί όχι μόνο για τους χρήστες αλλά και για τους παραγωγούς.
Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερο βάρος δίνεται στα «πράσινα» αεροπορικά καύσιμα, καθώς από τις αρχές του 2025 έχει τεθεί σε εφαρμογή ο ευρωπαϊκός κανονισμός ReFuelEU, που κατ’ αρχήν προβλέπει ποσοστό πρόσμιξης SAF (Sustainable Aviation Fuel) στο 2% του αεροπορικού μείγματος καυσίμου. Το ποσοστό αυτό προβλέπεται να αυξηθεί στο 6% το 2030, για να φθάσει σταδιακά στο 70% το 2050.
Οι ελληνικές εταιρίες διύλισης HelleniQ Energy και Motor Oil ήδη από τις αρχές του 2025 διαθέτουν αεροπορικά καύσιμα με πρόσμιξη 2% SAF.
Μάλιστα η HelleniQ Energy από το 2021 εφάρμοσε ένα πιλοτικό πρόγραμμα διαθέτοντας καύσιμα με πρόσμιξη SAF στην Aegean για τις πτήσεις της από το αεροδρόμιο Μακεδονία της Θεσσαλονίκης. Το καύσιμο προέρχονταν αρχικά από τη φιλανδική εταιρεία Neste, αλλά ο ελληνικός όμιλος συνεργάζεται πλέον με ολοένα και περισσότερους προμηθευτές.
Το SAF είναι αεροπορικό καύσιμο που παράγεται από ανακυκλωμένα έλαια, λίπη, ή οργανικά απόβλητα και μπορεί να μειώσει τις εκπομπές έως και κατά 80%, χωρίς να απαιτείται τροποποίηση στους κινητήρες των αεροσκαφών.
Για την παραγωγή του η HelleniQ Energy προωθεί τη δημιουργία μονάδας για «πράσινα» αεροπορικά καύσιμα με παραγωγή 150.000 τόνων ετησίως, ποσότητα που υπερβαίνει τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, καθώς στόχος είναι οι εξαγωγές. Η μονάδα θα βασιστεί σε πρώτες ύλες όπως τα τηγανόλαδα, τα υπολείμματα τροφών και τα ζωικά λίπη, ακολουθώντας το ευρωπαϊκό μοντέλο που αποκλείει προϊόντα που ενδέχεται να επιβαρύνουν την τροφική αλυσίδα.
Εξάλλου, στη Θεσσαλονίκη, η HelleniQ Energy δημιουργεί το Green Hub North Project το οποίο στοχεύει να εξελιχθεί σε κόμβο παραγωγής υγρών καυσίμων χαμηλού άνθρακα, ενσωματώνοντας παραγωγή HVO, βιο-αιθέρων, πράσινου υδρογόνου, καθώς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης και ΑΠΕ. Η επεξεργασία πρώτων υλών φυτικής προέλευσης στις υπάρχουσες μονάδες αποθείωσης, επιτρέπει την παραγωγή «πράσινου ντίζελ».
Στον ναυτιλιακό τομέα, ο όμιλος έχει ξεκινήσει την παραγωγή μείγματος ναυτιλιακού καυσίμου (mazut) με βιοντίζελ, χρησιμοποιώντας αποκλειστικά απορρίμματα ελαίων. Η χρήση βιοκαυσίμων στη ναυτιλία εντάσσεται στο πλαίσιο του FuelEU Maritime, με τις εταιρίες να αναζητούν τρόπους συμμόρφωσης ενόψει της ενσωμάτωσης του τομέα στο Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών.
Σε ανάλογο μήκος κύματος η Motor Oil προωθεί τη δημιουργία εγκαταστάσεων προηγμένων βιοκαυσίμων, με στόχο την παραγωγή άνω των 250.000 τόνων ετησίως. Επιπλέον, βρίσκονται στα σκαριά επενδύσεις για την ανάπτυξη e-μεθανόλης, με προγραμματισμένη παραγωγή 25.000 τόνων έως το 2029.
Το 2022 ο όμιλος εξαγόρασε την Elin Verde, η οποία διαθέτει εργοστάσιο παραγωγής βιοντίζελ στη ΒΙ.ΠΕ Βόλου, ενώ ελέγχει και την «Πράσινο Λάδι» που δραστηριοποιείται στη συλλογή και εμπορία χρησιμοποιημένων μαγειρικών ελαίων και ζωικών λιπών (που αποτελούν την πρώτη ύλη για τα βιοκαύσιμα).
Το κόστος των συγκεκριμένων καυσίμων αλλά και κυρίως η ανεπάρκεια πρώτων υλών είναι από τα κυριότερα προβλήματα στην παραγωγή και τη χρήση τους. Πάντως το κόστος του SAF έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς ξεκίνησε ως πενταπλάσιο από το “συμβατικά” ορυκτά καύσιμα αεροπορίας και σήμερα είναι διπλάσιο.











