Πιθανή νέα αύξηση των τιμολογίων ρεύματος τον Ιούλιο
Σε ευκαιρία για στροφή καταναλωτών στα σταθερά τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος ίσως αποδειχθεί ο Ιούλιος, εξ αιτίας τόσο της αβεβαιότητας που κυριαρχεί μετά τα πρόσφατα γεγονότα στη Μέση Ανατολή όσο και γιατί οι τιμές στη χονδρική αγορά ηλεκτρισμού παρουσίασαν άνοδο τον προηγούμενο μήνα, πράγμα που θα μπορούσε να σημάνει αύξηση για τα πράσινα οικιακά τιμολόγια.
Βέβαια, αν και συνηθίζεται η λιανική να ακολουθεί τον επόμενο μήνα τις τάσεις της χονδρικής αγοράς ρεύματος του προηγούμενου μήνα, τον Μάιο και τον Ιούνιο αυτό δεν συνέβη, καθώς οι τιμές χονδρικής υποχώρησαν αλλά τα τιμολόγια αυξήθηκαν. Ωστόσο δεδομένου ότι παραδοσιακά τον Ιούλιο λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και της μεγάλης ζήτησης εξ αιτίας της έντονης χρήσης κλιματιστικών, οι τιμές στη χονδρική αγορά αυξάνονται αισθητά είναι πολύ πιθανόν οι πάροχοι να προεξοφλήσουν ένα τμήμα τουλάχιστον της αναμενόμενης αυτής ανόδου στα πράσινα τιμολόγια λιανικής που θα ανακοινώσουν αύριο, Τρίτη 1η Ιουλίου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, η μέση τιμή στην Αγορά Επόμενης Ημέρας για το διάστημα από 1-30 Ιουνίου διαμορφώθηκε στα 85,42 ευρώ/MWh, κατά 4,24% υψηλότερα από την αντίστοιχη μέση τιμή του Μαϊου.
Ταυτόχρονα, η ΔΕΗ που έχει τους περισσότερους πελάτες στα πράσινα τιμολόγια έχει ήδη ανακοινώσει σημαντικές αλλαγές στη δομή του εν λόγω τιμολογίου από την 1η Αυγούστου, αλλαγές που σηματοδοτούν σημαντική αύξηση. Με επιστολή της προς τους πελάτες η εταιρία ενημερώνει πως αλλάζει τις κλίμακες και πως η βασική τιμή θα ισχύει για κατανάλωση μόνον 200 KWh το μήνα, αντί 500 KWh που ισχύει ως σήμερα. Μάλιστα σε πρόσφατο έγγραφο της η ΡΑΑΕΥ εγκαλεί τη ΔΕΗ γιατί δεν επεξηγεί με σαφήνεια ότι η υψηλότερη χρέωση για κατανάλωση άνω των 200KWh, θα εφαρμόζεται από την πρώτη κιλοβατώρα όποτε ο καταναλωτής ξεπερνά το όριο αυτό. Η βασική τιμή για το πρώτο κλιμάκιο, το οποίο όμως είναι εξαιρετικά χαμηλό για την κάλυψη των αναγκών ενός νοικοριού, ορίζεται στα 14,5 σεντς/KWh (χωρίς να συνυπολογίζονται τυχόν αυξήσεις που μπορεί να προκύψουν από τον αλγόριθμο), ενώ ο καταναλωtής για να λάβει την έκπτωση του 10% θα πρέπει εκτός από την έγκαιρη εξόφληση του λογαριασμού του να γραφτεί και στο mydei, διαφορετικά μόνον για τη συνέπεια του θα πάρει έκπτωση 5%.
Όλους τους τελευταίους μήνες οι περισσότεροι προμηθευτές προσπαθούν να στρέψουν τους πελάτες τους στα σταθερά, μπλε, τιμολόγια, που εξασφαλίζουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα τόσο για τους ίδιους όσο και για τους καταναλωτές. Όπως δείχνουν τα στοιχεία της ΗΕΡΙ, της διεθνούς εταιρίας που ερευνά τις τάσεις στη λιανική ηλεκτρισμού σε όλη την Ευρώπη, με αργούς ακόμα ρυθμούς όλο και περισσότεροι καταναλωτές στις χώρες της ΕΕ μετακινούνται στα σταθερά προϊόντα, εγκαταλείποντας τα κυμαινόμενα. Μάλιστα αυτή η στροφή είναι πιο έντονη τις περιόδους κατά τις οποίες τα κυμαινόμενα τιμολόγια παρουσιάζουν μεγάλη άνοδο.
Δεδομένου δε ότι οι καλοκαιρινοί και οι χειμερινοί μήνες στη χώρα μας είναι εκείνοι που κατά κανόνα είναι οι πιο ακριβοί, τότε είναι πιθανόν περισσότεροι καταναλωτές να επιλέξουν τα μπλε τιμολόγια. Μάλιστα το τελευταίο χρονικό διάστημα έχει ήδη παρατηρηθεί μία αισθητή μετατόπιση προς τα προϊόντα αυτά, καθώς οι εταιρίες προμήθειας παρουσιάζουν σχετικώς ελκυστικά προϊόντα της κατηγορίας αυτής. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μπλε τιμολόγια, όταν επανήλθαν στην αγορά μετά την ενεργειακή κρίση του 2022-23, ήταν ακριβότερα από το τότε “πράσινο”, του οποίου η τιμή, τους πρώτους μήνες του 2024 υποχωρούσε σχεδόν κάθε μήνα. Σήμερα ανταγωνίζονται ευθέως τα κυμαινόμενα προϊόντα και σε πολλές περιπτώσεις είναι φθηνότερα από κάποια πράσινα.
Ας σημειωθεί ότι το “ειδικό πράσινο” ήταν ένα μεταβατικό τιμολόγιο, που τέθηκε σε εφαρμογή την 1/1/2024 από τον πρώην υπουργό Περιβάλλοντος- Ενέργειας Θόδωρο Σκυλακάκη, με στόχο το ομαλό πέρασμα των καταναλωτών στα προϊόντα της ελεύθερης αγοράς, μετά τα προστατευτικά μέτρα που είχαν ληφθεί κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης. Επρόκειτο για ένα τιμολόγιο, υποχρεωτικό για κάθε προμηθευτή, με το οποίο είχαν διαφωνήσει οι περισσότερες εταιρίες. Αρχικώς σχεδιάστηκε να διαρκέσει ένα έτος, τελικά όμως η διάρκειά του παρατάθηκε για το 2025,.
Πάντως νέα παράταση και για το 2026 δεν αναμένεται, οπότε οι πάροχοι επεξεργάζονται μία σειρά νέων προϊόντων που σταδιακά αρχίζουν να κυκλοφορούν στην αγορά.











