Στα 400 εκατ. ευρώ εκτοξεύτηκε το έλλειμμα για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας
Σε περίπου 400 εκατ. ευρώ έχει εκτοξευτεί πάλι το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΕΛΥΚΩ), με τις εταιρίες προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας να ζητούν την ενίσχυση του Λογαριασμού από τον κρατικό προϋπολογισμό, θέτοντας παράλληλα θέμα αποζημίωσης τους.
‘Οπως αναφέρει ο Σύνδεσμος των Προμηθευτών Ηλεκτρισμού (ΕΣΠΕΝ) σε επιστολή του προς τον υπουργό Περιβάλλοντος- Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο, το σωρευτικό έλλειμμα του Λογαριασμού, που παραμένει ελλειμματικός από τον Απρίλιο του 2023, έχει εκτοξευθεί εκ νέου σε περίπου €400 εκατ. παρά την προηγούμενη στήριξη των €400 εκατ. από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Το αποτέλεσμα είναι οι εταιρίες προμήθειας να αναλαμβάνουν το βάρος της χρηματοδότησης του ελλείμματος, μέσω κεφαλαίου κίνησης με υψηλό κόστος δανεισμού (6,5%). ‘Ετσι, σύμφωνα με τον ΕΣΠΕΝ οι προμηθευτές επωμίζονται σήμερα ένα χρηματοοικονομικό κόστος περίπου €26 εκατ. ετησίως ή € 2,2 εκ. μηνιαίως, που μεταφράζεται σε αυξητικές πιέσεις στα τιμολόγια, ενώ παράλληλα περιορίζει τη ρευστότητα της αγοράς.
Υπενθυμίζεται ότι ο ΕΛΥΚΩ είναι ο Λογαριασμός που τηρείται για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), μίας χρέωσης που πληρώνουν οι καταναλωτές μαζί με το λογαριασμό ρεύματος, για την κάλυψη των μειωμένων κοινωνικών τιμολογίων (ΚΟΤ κλπ), καθώς και της διαφοράς του κόστους παραγωγής ρεύματος στα νησιά.
Στην επιστολή του, ο Σύνδεσμος υπογραμμίζει ότι η παροχή ΥΚΩ είναι αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής πολιτικής, αλλά δεν μπορεί να χρηματοδοτείται στην πράξη από τους ίδιους τους προμηθευτές.
Στο πλαίσιο αυτό καλεί το Υπουργείο να ενεργοποιήσει άμεσα τις προβλεπόμενες διαδικασίες ενίσχυσης του Λογαριασμού από τον κρατικό προϋπολογισμό και παράλληλα θέτει ζήτημα αποζημίωσης των προμηθευτών για το κόστος που αναγκάζονται να επωμιστούν.
Οπως διευκρινίζεται στην επιστολή για όσο διάστημα ο Λογαριασμός παραμένει ελλειμματικός, τα οφειλόμενα ανταλλάγματα για την παροχή των ΥΚΩ αποδίδονται στους Προμηθευτές απομειωμένα. Δεδομένου ότι το μηνιαίο ισοζύγιο του Ειδικού Λογαριασμού είναι ελλειμματικό από τον Απρίλιο του 2023 μέχρι σήμερα, τα μηνιαία ανταλλάγματα προς τους Προμηθευτές αποδίδονται με απομείωση άνω του 30% κατά μέσο όρο, φθάνοντας ακόμα και στο 60%, με αποτέλεσμα το συνολικό οφειλόμενο αντάλλαγμα προς τους Προμηθευτές να πλησιάζει τον Ιούλιο του 2025 στα € 400 εκατομμύρια.
Ο Κώδικας Διαχείρισης του Δικτύου Διανομής περιλαμβάνει ρητές διατάξεις για την «έγκαιρη λήψη μέτρων αντιμετώπισης τυχόν αρνητικού οικονομικού αποτελέσματος ΕΛΥΚΩ» καθώς και τη «τήρηση ενός αποθέματος ασφαλείας», όπως και προβλέψεις, τόσο για τη διαδικασία αναπροσαρμογής της χρέωσης, όσο και για τη δυνατότητα ενίσχυσης του Λογαριασμού από τον κρατικό προϋπολογισμό, κατόπιν απόφασης του Υπουργού Οικονομικών.
Παρά τις διατάξεις όμως και παρότι το έλλειμμα συνεχώς διογκώνεται από τον Απρίλιο του 2023 και μετά, οι εισροές στον ΕΛΥΚΩ ενισχύθηκαν μόνον μερικώς, με πίστωση ποσού €400 εκ. από τον κρατικό προϋπολογισμό στις αρχές του 2025, όταν όμως το συνολικό ύψος των οφειλόμενων ανταλλαγμάτων είχε ήδη υπερβεί τα €600 εκ. ‘Ετσι σήμερα το σωρευτικό έλλειμμα του ΕΛΥΚΩ προσεγγίζει πάλι τα 400 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τον ΕΣΠΕΝ στη διαμόρφωση του σημερινού ελλείμματος έχουν συμβάλλει καθοριστικά οι 3 υπουργικές αποφάσεις του 2022 και 2023 για τη χρηματοδότηση του «Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης» από τον ΕΛΥΚΩ και η νομοθετική διάταξη του 2023 που απάλλαξε για χρονικό διάστημα 5 μηνών ενεργοβόρες επιχειρήσεις στη Μέση και τη Χαμηλή Τάση από την υποχρέωση καταβολής ΥΚΩ, προκειμένου να στηριχθούν κατά την περίοδο της ενεργειακής κρίσης
Στο πλαίσιο αυτό ο ΕΣΠΕΝ ζητεί την εκ νέου χρηματοδότηση του ΕΛΥΚΩ από τον κρατικό προϋπολογισμό καθώς και την αποζημίωση των εταριών προμήθειας: “Θεωρούμε αυτονόητο ότι, για όσο διάστημα οι προμηθευτές αντιμετωπίζουν τις δυσμενείς συνέπειες του ελλειμματικού ΕΛΥΚΩ, θα πρέπει να αποζημιώνονται έναντι του χρηματοοικονομικού κόστους που αναλαμβάνουν και για τον σκοπό αυτό αιτούμεθα να αναληφθούν οι κατάλληλες πρωτοβουλίες, είτε δια μέσω συναφούς κανονιστικής πρόβλεψης της αρμόδιας Ρυθμιστικής Αρχής, είτε μέσω αντίστοιχης νομοθετικής ρύθμισης του Υπουργείου Περιβάλλοντος- Ενέργειας”, καταλήγει η επιστολή.











