ΑCER: Παραμένουν οι υψηλές τιμές ηλεκτρισμού παρά την πρόοδο στην ενεργειακή μετάβαση
Προκλήσεις όσον αφορά στις τιμές της ενέργειας, την ασφάλεια εφοδιασμού και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης διαπιστώνει ο Ευρωπαίος Ρυθμιστής ACER, στην έκθεση παρακολούθησης των αγορών φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού της ΕΕ για το 2026, που δημοσιοποιήθηκε χθες, προτείνοντας περαιτέρω μέτρα για την ενοποίηση των αγορών
Παρότι υπάρχει πρόοδος στην ενεργειακή μετάβαση και οι τιμές χονδρικής του ηλεκτρισμού και του φυσικού αερίου έχουν υποχωρήσει – τουλάχιστον προ του πολέμου στο Ιράν- ορισμένα προβλήματα παραμένουν, με αποτέλεσμα η ευρωπαϊκή αγορά να είναι λιγότερο ανταγωνιστική διεθνώς, καθώς οι τιμές αερίου και ηλεκτρισμού διατηρούνται διαρθρωτικά υψηλότερες σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, όπως επισημαίνει η έκθεση.
Ταυτόχρονα, πολλά ερωτήματα εγείρονται για το γεγονός ότι τα τιμολόγια για τα νοικοκυριά κυμαίνονται σε υψηλά επίπεδα, παρά την αποκλιμάκωση στη χονδρική αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό ο ACER προτείνει μία σειρά μέτρων, μεταξύ των οποίων την περαιτέρω διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας φυσικού αερίου, επισημαίνοντας ότι μεγάλο μέρος των εισαγωγών ρωσικού αερίου έχει αντικατασταθεί από υγροποιημένο αέριο (LNG).
Aναλυτικότερα, για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και την επιτάχυνση της απανθρακοποίησης, ο Ευρωπαίος Ρυθμιστής Ενέργειας, προτείνει τα εξής:
- Βελτίωση της αποδοτικότητας και διαφάνειας των τιμών σε όλα τα επιμέρους στοιχεία (ενέργεια, δίκτυα, φορολογία), ώστε οι τιμές να γίνουν πιο προσιτές για τα νοικοκυριά και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
- Ενίσχυση της ευελιξίας μέσω της ανάπτυξης μηχανισμών απόκρισης ζήτησης, της αξιοποίησης ηλεκτρικών οχημάτων και συστημάτων αποθήκευσης με μπαταρίες.
- Επέκταση των διασυνδέσεων για καλύτερη αξιοποίηση των ΑΠΕ σε διασυνοριακό επίπεδο.
- Περαιτέρω διαφοροποίηση των προμηθειών φυσικού αερίου, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης εγχώριων απανθρακοποιημένων αερίων.
- Μείωση της εξάρτησης από το συμβατικό φυσικό αέριο, καθώς η κατανάλωση παραμένει πάνω από τους στόχους του 2030.
Σε σχέση με την ενεργειακή μετάβαση, ο ACER υπογραμμίζει ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έχουν πλέον καταλάβει ηγετική θέση στο ενεργειακό μείγμα, καλύπτοντας το 50% της συνολικής παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ. Πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζει η ηλιακή ενέργεια με την παραγωγή από φωτοβολταϊκά να αυξάνεται κατά 41 TWh σε σχέση με το 2024.
Επισημαίνει ωστόσο ότι η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ συνοδεύεται από εντονότερη μεταβλητότητα τιμών. Οι ημερήσιες διακυμάνσεις στις χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας το 2025 ήταν περίπου πέντε φορές υψηλότερες από το 2020, πράγμα που υπογραμμίζει την ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία στο σύστημα.
Καθώς η ηλιακή παραγωγή μειώνεται τις βραδινές ώρες, οι μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο καλύπτουν αυξημένο μερίδιο της ζήτησης, οδηγώντας συχνά σε άνοδο των χονδρεμπορικών τιμών.
Ακραία καιρικά φαινόμενα επιτείνουν τις πιέσεις. Την 1η Ιουλίου 2025, καύσωνας μείωσε την αποδοτικότητα μονάδων θερμικής και πυρηνικής ενέργειας, εκτοξεύοντας τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Πολωνία κοντά στα 470 ευρώ/MWh.
Η έκθεση αναγνωρίζει το ρόλο του φυσικού αερίου ως το καύσιμο- γέφυρα και παράλληλα αναδεικνύει τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού και τη σημασία των διασυνδέσεων μεταξύ χωρών. ‘Όπως αναφέρει, οι διαφορετικές ενεργειακές δομές και τα επίπεδα ευελιξίας μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά όταν τα συστήματα είναι επαρκώς διασυνδεδεμένα.
Στην αγορά φυσικού αερίου, οι συνθήκες παρέμειναν σχετικά σταθερές, με τις διαφορές τιμών μεταξύ των διαφόρων κόμβων αερίου (hub) να διατηρούνται γενικά κάτω από 2 ευρώ/MWh.
Η εξάρτηση της ΕΕ από το ρωσικό αέριο μειώθηκε δρστικά καθώς περιορίστηκαν οι εισαγωγές μέσω αγωγών κατά περίπου 162 TWh σε σύγκριση με το 2024. Το κενό καλύφθηκε πλήρως από αυξημένες εισαγωγές LNG, αν και τα αποθέματα στο τέλος του 2025 ήταν κατά 10% χαμηλότερα σε σχέση με το προηγούμενο έτος, λόγω των αυξημένων αναλήψεων τον χειμώνα.
Ας σημειωθεί ότι η πληρότητα των υπόγειων αποθηκών αερίου της ΕΕ στις 14 Μαρτίου ήταν 29% και των τερματικών LNG 49,6%. Στην Ελλάδα, τα αποθέματα υγροποιημένου αερίου στις εγκαταστάσεις της Ρεβυθούσας ήταν 70,3% ή 250.630 m3, έναντι 587% ή 203.260 m3 ένα μήνα πριν και 55% ή 206.820 m3 πριν από ένα χρόνο.











