Γιατί η Ελλάδα πληρώνει ακριβότερο ρεύμα από την Πορτογαλία
H Eλλάδα μπορεί να έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ τα τελευταία χρόνια, φθάνοντας πάνω και από το 50% του ενεργειακού μείγματος κάποιες φορές ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, οι τιμές του ηλεκτρισμού όμως στη χονδρική αγορά εξακολουθούν να παραμένουν σχετικά υψηλές, σε πλήρη αντίθεση με τη Πορτογαλία και την Ισπανία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα στην Αγορά Επόμενης Ημέρας η μέση τιμή στην Ελλάδα διαμορφώνεται στα 129,62 ευρώ/MWh με συμμετοχή των ΑΠΕ στο 44% του μείγματος ηλεκτροπαραγωγής, ενώ στην Πορτογαλία η αντίστοιχη μέση τιμή είναι 14,44 ευρώ/MWh τ
Bέβαια η Πορτογαλία καλύπτει κατά μέσον όρο το 68-72% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ, με το peak να καταγράφεται το πρώτο δίμηνο του 2025 όταν η κάλυψη έφθαε περίπου στο 80%. Είναι όμως μόνον το θέμα της υψηλότερης διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό ισοζύγιο της χώρας, που δικαιολογεί τη μεγάλη διαφορά στις τιμές;
Σύμφωνα με το Green Tank, από τον Απρίλιο του 2022 –μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία– η Ελλάδα είναι κατά μέσο όρο 36% ακριβότερη από την Πορτογαλία στην προημερήσια αγορά. Μάλιστα, τον Απρίλιο του 2024 η διαφορά κορυφώθηκε στο 78%.
Η απόκλιση δεν αφορά μόνο το ύψος των τιμών αλλά και τη μεταβλητότητά τους. Την περίοδο 2023–2025, οι ωριαίες τιμές στην Ελλάδα κυμάνθηκαν από 128 €/MWh (Φεβρουάριος 2024) έως και 942 €/MWh (Σεπτέμβριος 2024). Στην Πορτογαλία, το αντίστοιχο εύρος ήταν αισθητά μικρότερο: από 105 €/MWh (Απρίλιος 2024) έως 236 €/MWh (Φεβρουάριος 2025).
Ενδεικτική είναι και η διεύρυνση της ημερήσιας «ψαλίδας» στην Ελλάδα: η διαφορά μεταξύ μέσης ελάχιστης τιμής (12:00–13:00) και μέσης μέγιστης (20:00–21:00) αυξήθηκε από 128 €/MWh το 2024 σε 143,4 €/MWh το 2025.
Mία βασική διαφορά, που εξηγεί και την τεράστια απόκλιση τιμών μεταξύ των δύο χωρών είναι το φυσικό αέριο, το οποίο με βάση την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική της αγοράς ηλεκτρισμού παρουσιάζει τη μεγαλύτερη θετική συσχέτιση με τις τιμές, δηλαδή όσο αυξάνεται η συμμετοχή του, τόσο ενισχύονται οι τιμές στην Αγορά Επόμενης Ημέρας (DAM). Ωστόσο, η διαφορά βρίσκεται στο μερίδιό του στο ενεργειακό μείγμα. Στην Πορτογαλία , όπου χρησιμοποιούμενη κυρίως για την ασφάλεια εφοδιασμού, κυμαίνεται στο 10-15%, ενώ στην Ελλάδα κινείται συνήθως μεταξύ 35-45%.
Αναλυτικότερα, από τον Οκτώβριο του 2023 έως τον Οκτώβριο του 2025, το μέσο μηνιαίο μερίδιο του αερίου στην Πορτογαλία διατηρήθηκε κάτω από 25% και κατά μέσο όρο στο 14%. Αντίθετα, στην Ελλάδα κινήθηκε σταθερά πάνω από 32% και κατά μέσο όρο στο 43,9%. Τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2025 μάλιστα άγγιξε το 51,2% και 55,7% αντίστοιχα – τα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών ετών.
Η αυξημένη συμμετοχή του αερίου στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με περιορισμένη ανάπτυξη «φθηνών» ΑΠΕ (μόλις +5% το πρώτο δεκάμηνο του 2025, έναντι +12,6% αύξησης της παραγωγής από αέριο), ενίσχυσε την πίεση στις τιμές και τροφοδότησε και εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Το άλλο σημαντικό στοιχεία είναι η αποθήκευση, που παρουσιάζει καθοριστική διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες. Η Πορτογαλία, εν μέσω ενεργειακής κρίσης το 2022–2023, αύξησε την ισχύ αντλησιοταμίευσης κατά 880 MW, από 2.827 MW σε 3.707 MW. Παράλληλα, μείωσε ελαφρώς τη συνολική ισχύ μονάδων αερίου (από 4,6 GW το 2020 σε 4,4 GW το 2025).
Στην Ελλάδα, η αντλησιοταμίευση παρέμεινε στάσιμη στα 699 MW (Θησαυρός και Σφηκιά), ενώ προστέθηκαν 826 MW μονάδων αερίου το 2023 και ανακοινώθηκαν επιπλέον 1,5 GW εντός του 2025.
Η επίδραση της αποθήκευσης στην Πορτογαλία είναι μετρήσιμη: ο συντελεστής συσχέτισης της αντλησιοταμίευσης με τις τιμές έφτασε έως -0,7 το δεύτερο εξάμηνο του 2024, υποδηλώνοντας ισχυρή συμβολή στη μείωση των τιμών. Στην πράξη, η χώρα αποθηκεύει τη φθηνή ενέργεια από ΑΠΕ το μεσημέρι και την αποδίδει τις βραδινές ώρες, περιορίζοντας τη χρήση ακριβού αερίου στις ώρες αιχμής.
‘Όπως τονίζει ο κ. Νίκος Μάντζαρης, αναλυτής πολιτικής του Green Tank, « Ο συνδυασμός ΑΠΕ και αποθήκευσης μπορεί και πρέπει να αποτελέσει τον βασικό μοχλό για ουσιαστική και μακροπρόθεσμη μείωση των τιμών ηλεκτρισμού».
Το παράδειγμα της Πορτογαλίας δείχνει ότι η χαμηλότερη εξάρτηση από το αέριο και οι στοχευμένες επενδύσεις στην αποθήκευση οδηγούν όχι μόνο σε χαμηλότερες μέσες τιμές, αλλά και σε μικρότερη μεταβλητότητα. Αντίθετα, οι μεγάλες καθυστερήσεις στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας , τόσο όσον αφορά στις μπαταρίες όσο και στην αντλησιοταμίευση, περιορίζουν τα οφέλη των ΑΠΕ, διατηρώντας την αγορά σε υψηλά και ασταθή επίπεδα τιμών.











