Το ελληνικό μοντέλο στήριξης της βιομηχανίας
Σε πιο διευρυμένα και στρατηγικά σχήματα, σε σχέση με την Ελλάδα, φαίνεται να επενδύσουν η Αυστρία και η Ισπανία όσον αφορά στη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας μέσω της αντιστάθμισης του κόστους ρύπων, για το οποίο έλαβαν το πράσινο φως από τις Βρυξέλλες.
Το ελληνικό πρόγραμμα για την αντιστάθμιση, όπως ανακοινώθηκε τον Απρίλιο από την κυβέρνηση μεταφράζεται σε ένα επιπλέον πραγματικό όφελος της τάξης των 75 εκατ. Ευρώ ετησίως (πέραν του ποσού που δινόταν και τα προηγούμενα χρόνια) για την περίοδο 2026-2030, μετά από αύξηση του συντελεστή υπολογισμού της αποζημίωσης στο 0,82 για το εν λόγω χρονικό διάστημα. Αφορά όμως μόνον 40 έως 50 μεγάλες βιομηχανικές μονάδες, χωρίς να καλύπτει το σύνολο της ενεργοβόρου βιομηχανίας, ενώ επί της ουσίας πρόκειται για ενίσχυση ενός ήδη υφιστάμενου μηχανισμού που εφαρμόζεται από το 2013.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Αυστρία και η Ισπανία εμφανίζονται να υιοθετούν πιο επιθετικές πολιτικές στήριξης. Η Αυστρία προχωρά σε ένα σχήμα συνολικού ύψους έως 900 εκατ. ευρώ, παρέχοντας επιστροφές έως και 75% του κόστους εκπομπών CO2 που σχετίζεται με την ηλεκτρική ενέργεια. Πάντως το αυστριακό μοντέλο συνοδεύεται από αυστηρές προϋποθέσεις, καθώς οι επιχειρήσεις οφείλουν να επενδύουν τουλάχιστον το 80% της ενίσχυσης σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης ή απανθρακοποίησης, ενσωματώνοντας έτσι ισχυρό αναπτυξιακό και περιβαλλοντικό κίνητρο.
Ακόμη πιο εκτεταμένο είναι το ισπανικό πρόγραμμα, με συνολικό προϋπολογισμό που φθάνει τα 8,51 δισ. ευρώ έως το 2031. Η Ισπανία κατάφερε να διευρύνει τη λίστα των επιλέξιμων κλάδων και παράλληλα να αυξήσει την ένταση ενίσχυσης έως το 80% του έμμεσου κόστους εκπομπών, προσφέροντας ένα γενναιόδωρο και μακροπρόθεσμο πλαίσιο στήριξης.
Πρόκειται για μέτρα που λαμβάνονται για τη διαχείριση του αυξανόμενου ενεργειακού κόστους για τη βαριά βιομηχανία, ένα κόστος το οποίο επιβαρύνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, έξ’ αιτίας και των δύο πολέμων, πρώτα στην Ουκρανία και τώρα στο Ιράν, με την ενεργειακή κρίση που έχει προκαλέσει το μπλόκο στην ναυσιπλοΐας από τα Στενά του Ορμούζ.
Το ελληνικό μοντέλο για τη στήριξη της βιομηχανίας περιλαμβάνει ακόμα τη μείωση κατά 50% των χρεώσεων για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) που θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουλίου 2026,. Υπολογίζεται ότι αφορά περίπου 23.000 επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων και μικρότερων μονάδων. Το συνολικό ετήσιο όφελος από τη συγκεκριμένη παρέμβαση υπολογίζεται στα 26 εκατ. ευρώ, αυξάνοντας συνολικά σε 100 εκατ. Ευρώ ετησίως την ενίσχυση των βιομηχανικών μονάδων, αν συνυπολογίσουμε και τα πρόσθετα ποσά για την αντιστάθμιση των ρύπων. Η ανακοίνωση των δύο μέτρων είχε συνοδευτεί με την εξαγγελία και ενός προγράμματος 200 εκατ. Ευρώ με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για την επιδότηση πράσινων δράσεων από τη βιομηχανία.
Ωστόσο, το όλο πρόγραμμα δεν φάνηκε να ικανοποίησε τη βιομηχανία, που θεωρεί ότι οι παρεμβάσεις αυτές δεν αρκούν και δεν αντιμετωπίζουν συνολικά οι διαρθρωτικές αδυναμίες του ενεργειακού κόστους, που στην Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα υψηλό σε σχέση με τους ανταγωνιστές της. Επιπλέον, όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι της βιομηχανίας η υλοποίηση της αυξημένης αντιστάθμισης εξαρτάται από τη διάθεση επαρκών πόρων από τα έσοδα των δικαιωμάτων εκπομπών, καθώς τα προηγούμενα χρόνια το ποσοστό κατανομής παρέμεινε σχετικά χαμηλό. Την ίδια στιγμή, εκκρεμούν ακόμη πληρωμές αντιστάθμισης ύψους 100 εκατ. ευρώ για τα έτη 2023 και 2025, ενώ καθυστερούν και άλλες μεταρρυθμίσεις, όπως η αναμόρφωση του ΕΤΜΕΑΡ.
Εν τω μεταξύ, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σχεδιάζονται αλλαγές στο Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS), που αποτελεί το βασικό μηχανισμό τιμολόγησης του διοξειδίου του άνθρακα στην ΕΕ. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί από το 2005 και επηρεάζει καθοριστικά το κόστος παραγωγής για ενεργοβόρους κλάδους. Η αύξηση των τιμών ενέργειας τα τελευταία χρόνια, λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων, έχει εντείνει τις πιέσεις, πράγμα που οδηγεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε σχέδιο αναθεώρησης του μηχανισμού, το οποίο αναμένεται να ανακοινωθεί τον Ιούλιο.
Παράλληλα, τον Απρίλιο η Κομισιόν ανακοίνωσε την αναθεώρηση του προσωρινού πλαισίου κρίσης για τις Κρατικές Ενισχύσεις (CISAF) με την εισαγωγή του METSAF, (Προσωρινό Πλαίσιο Κρατικών Ενισχύσεων για την κρίση στη Μέση Ανατολή) το οποίο επιτρέπει στα κράτη-μέλη, να αυξήσουν το ποσοστό κάλυψης του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες από το 50% στο 70%, χωρίς να επιβάλει στους δικαιούχους να επενδύσουν σε πράσινα έργα.
Παρά τις διαφορές κλίμακας και δημοσιονομικών περιθωρίων σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα μέτρα στην Ελλάδα δείχνουν να κινούνται σε μία λογική στοχευμένων αλλά περιορισμένων παρεμβάσεων, ενώ άλλα κράτη μέλη επενδύουν σε ευρύτερα και αποτελεσματικότερα σχήματα.











