Στα πυρηνικά βλέπουν οι Βρυξέλλες την απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα
Στην αύξηση της διείσδυσης των πυρηνικών στο ενεργειακό μείγμα της ΕΕ στοχεύουν οι Βρυξέλλες – ένα θέμα – ταμπού για την Ελλάδα, που όμως ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει βάλει στο τραπέζι, κάτω από το βάρος των διαδοχικών ενεργειακών κρίσεων και των επιπτώσεων από τη συνεχιζόμενη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Ο κ. Μητσοτάκης, ήδη από το Μάρτιο και τη Σύνοδο Κορυφής για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι είχε προαναγγείλει τη στροφή της Ελλάδας στη πυρηνική ενέργεια και είχε μιλήσει για τη σύσταση επιτροπών που θα εξετάσουν το θέμα. Aλλά και μόλις την περασμένη εβδομάδα στο συνέδριο των FT στην Αθήνα, ο πρωθυπουργός είπε ότι ο διάλογος έχει ξεκινήσει, τονίζοντας ότι η πυρηνική ενέργεια είναι η μόνη μακροπρόθεσμη εναλλακτική προς το αέριο στην ηλεκτροπαραγωγή πανευρωπαϊκά. “ Στην Ελλάδα δεν έχουν ληφθεί αποφάσεις. Υπάρχει ένας πανικός όταν ακούγεται η λέξη, όμως είναι πρόοδος ότι το συζητάμε. Απέχει πολύ όμως” δήλωσε ο κ. Μητσοτάκης.
Ωστόσο κάποιες διαδικασίες έχουν ξεκινήσει. Πληροφορίες αναφέρουν ότι στόχος είναι μέχρι το καλοκαίρι να έχουν συσταθεί οι δύο επιτροπές, στις οποίες είχε αναφερθεί ο πρωθυπουργός από το Παρίσι. Η μία θα λειτουργεί σε ανώτατο επίπεδο, πιθανότητα υπό τον ίδιο τον πρωθυπουργό και με τη συμμετοχή άλλων υπουργών για τη διαμόρφωση της στρατηγικής για την πυρηνική ενέργεια. Η δεύτερη επιτροπή θα έχει τεχνοκρατικό χαρακτήρα και εκτός από το επιστημονικό δυναμικό και τους γενικούς γραμματείς των συναρμόδιων υπουργείων θα είναι ανοικτή σε ιδιώτες που θέλουν να συμμετάσχουν, ενώ κατά πάσα πιθανότητα θα τελεί υπό την προεδρία του υφυπουργού Ενέργειας Νίκου Τσάκου.
Στο επίκεντρο της όλης συζήτησης είναι οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (SMR) και η δυνατότητα ένταξης τους στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Βέβαια ακόμα οι SMR βρίσκονται σε πιλοτικό επίπεδο, όπου λειτουργούν, όμως τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρώπη δείχνουν να πιστεύουν στην προοπτική τους.
Σε θεσμικό επίπεδο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη ανοίξει το δρόμο, εντάσσοντας τη πυρηνική ενέργεια στις πράσινες τεχνολογίες, καθώς δεν παράγει αέρια του θερμοκηπίου και δηλώνοντας ότι όλες οι τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα θα χρειαστούν για την επίτευξη των κλιματικών στόχων της επόμενης δεκαετίας.
Στο πλαίσιο αυτό η Κομισιόν εμφανίζεται αποφασισμένη να συνδυάσει τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας με την πυρηνική παραγωγή ηλεκτρισμού. Σύμφωνα με χθεσινή της ανακοίνωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εργάζεται σε στενή συνεργασία με τις χώρες-μέλη για τις υψηλότερες προδιαγραφές ασφαλείας, την προστασία από την ακτινοβολία και την ασφάλεια.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Kομισιόν, η πυρηνική ενέργεια κάλυψε το 23,3% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024, ενώ η παραγωγή από πυρηνικούς σταθμούς αυξήθηκε κατά 4,8% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Δώδεκα κράτη-μέλη διαθέτουν σήμερα πυρηνικούς αντιδραστήρες σε λειτουργία, με τη Γαλλία και τη Σλοβακία να εξαρτώνται περισσότερο από την πυρηνική ενέργεια για την κάλυψη των αναγκών τους.
Αξιολογώντας τις επιδόσεις για την επίτευξη του κλιματικού στόχου του 2040, η Κομισιόν θεωρεί ότι οι ΑΠΕ θα αποτελούν τη βασική πηγή ηλεκτροπαραγωγής, με τη πυρηνική ενέργεια να λειτουργεί συμπληρωματικά, προσφέροντας σταθερό φορτίο στο ευρωπαϊκό δίκτυο. Οι Βρυξέλλες θεωρούν ότι ο συνδυασμός ΑΠΕ και πυρηνικής ενέργειας μπορεί να οδηγήσει σε ηλεκτροπαραγωγή με ποσοστό άνω του 90% από πηγές μηδενικών ή χαμηλών εκπομπών άνθρακα έως το 2040.
Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής επιχειρηματολογίας βρίσκεται η ανάγκη για γρήγορη απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά και η διασφάλιση σταθερής ηλεκτροδότησης. Η πυρηνική ενέργεια προβάλλεται από την Κομισιόν ως μία από τις πηγές με τις χαμηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, ενώ σε ερευνητικό επίπεδο, πέρα από τα SMR, εξετάζεται και η θερμοπυρηνική σύντηξη (πρόγραμμα ITER), το οποίο όμως απέχει πολύ από το να γίνει πραγματικότητα.
Ωστόσο, η δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη συνοδεύεται από επιφυλάξεις γύρω από την ασφάλεια και τη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων, ιδιαίτερα μετά τα ατυχήματα του Τσερνόμπιλ το 1986 και της Φουκουσίμα το 2011. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι μετά τη Φουκουσίμα θεσπίστηκαν αυστηρότερα τεστ αντοχής για όλους τους ευρωπαϊκούς αντιδραστήρες, ενώ το κανονιστικό πλαίσιο της Euratom ενισχύθηκε σημαντικά.
Σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά στοιχεία, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των ραδιενεργών αποβλήτων απαιτεί μόνιμη αποθήκευση σε βαθιά γεωλογικά κοιτάσματα. Η Φινλανδία αποτελεί ήδη παράδειγμα για την Ευρώπη, καθώς προχωρά στην ανάπτυξη του υπόγειου αποθετηρίου Onkalo, σε βάθος άνω των 400 μέτρων.
Είναι φανερό ότι η συζήτηση για το ενεργειακό μέλλον της Ευρώπης αναπόφευκτα επηρεάζει την ελληνική στρατηγική για την ενέργεια, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις και οι υψηλές τιμές του ηλεκτρισμού αναγκάζουν πολλές κυβερνήσεις να επανεξετάσουν επιλογές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν πολιτικά δύσκολες.











