O Π. Σταμπουλίδης συστήνει το Υπερταμείο: Μειώσαμε κατά 14 δισ. το δημόσιο χρέος
Η Ευρώπη οφείλει να επανεξετάσει εκ βάθρων τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζει, ωριμάζει και δημοπρατεί τα δημόσια έργα, διαφορετικά οι καθυστερήσεις θα συνεχίσουν να αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα που έστειλε ο αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος του Υπερταμείο, Παναγιώτης Σταμπουλίδης, ασκώντας ουσιαστικά κριτική στο ευρωπαϊκό μοντέλο γραφειοκρατίας που, όπως υποστήριξε, επηρεάζει άμεσα και τη λειτουργία της ελληνικής δημόσιας διοίκησης.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι μεγάλο μέρος των χρονοβόρων διαδικασιών που χαρακτηρίζουν το ελληνικό Δημόσιο δεν αποτελεί αποκλειστικά εγχώριο φαινόμενο, αλλά συνδέεται με το αυστηρό θεσμικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Αν δεν αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η Ευρώπη ωριμάζει και δημοπρατεί έργα, θα συνεχίσουμε να βλέπουμε σημαντικές παρεμβάσεις να σέρνονται επί χρόνια», ήταν το σαφές μήνυμα που εξέπεμψε.
Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Σταμπουλίδης στάθηκε ιδιαίτερα στον ρόλο του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο — όπως ανέφερε — αποτέλεσε μια σημαντική θεσμική υπέρβαση για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Κατά την εκτίμησή του, η Ε.Ε. μέσα από το Ταμείο Ανάκαμψης υιοθέτησε έναν ταχύτερο και πιο ευέλικτο μηχανισμό χρηματοδότησης και υλοποίησης έργων, αποδεικνύοντας ότι όταν υπάρχει πολιτική βούληση, οι διαδικασίες μπορούν να επιταχυνθούν.
Ο αναπληρωτής CEO του Υπερταμείου εμφανίστηκε ταυτόχρονα υποστηρικτικός απέναντι στην ευρωπαϊκή προοπτική, σημειώνοντας ότι η Ένωση βρίσκεται ήδη μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή αλλαγών. Όπως είπε, οι αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων ετών — από την πανδημία μέχρι την ενεργειακή αναταραχή — ανέδειξαν τα διαρθρωτικά κενά της Ευρώπης, ιδιαίτερα στον τομέα των υποδομών και της ταχύτητας λήψης αποφάσεων.
«Δεν μπορεί η Ευρώπη να αλλάζει μόνο όταν βρίσκεται μπροστά σε τετελεσμένα», ήταν η χαρακτηριστική αποστροφή του, δίνοντας το στίγμα μιας πιο ευέλικτης και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής πολιτικής.
Αναφερόμενος στον ρόλο του Υπερταμείου στην ελληνική οικονομία, ο κ. Σταμπουλίδης τόνισε ότι ο οργανισμός έχει ήδη συμβάλει με περίπου 14 δισ. ευρώ στη μείωση του δημόσιου χρέους, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως μοχλός επενδύσεων και ανάπτυξης μέσω της αξιοποίησης δημόσιων περιουσιακών στοιχείων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη λεγόμενη «δευτερογενή αξία» που δημιουργείται από τις επενδύσεις αυτές στην πραγματική οικονομία. Επικαλέστηκε μάλιστα σχετική μελέτη του ΙΟΒΕ, σύμφωνα με την οποία η συνολική επίδραση των δράσεων του Υπερταμείου παράγει υπεραξία που υπερβαίνει τα 3 δισ. ευρώ, μέσα από νέες θέσεις εργασίας, τοπική ανάπτυξη και ενίσχυση της περιφέρειας.
Κλείνοντας, ο κ. Σταμπουλίδης περιέγραψε το Υπερταμείο ως οργανικό κομμάτι της αναπτυξιακής πορείας της χώρας, επισημαίνοντας ότι συμμετέχει ενεργά σε κρίσιμα έργα που εκτείνονται από τις υποδομές υγείας και τις μεταφορές έως τα λιμάνια και τις παρεμβάσεις περιβαλλοντικής προστασίας. Όπως ανέφερε, το Υπερταμείο επιχειρεί πλέον να λειτουργήσει όχι μόνο ως φορέας αξιοποίησης δημόσιας περιουσίας, αλλά και ως καταλύτης ευρύτερου οικονομικού μετασχηματισμού.











