Metlen: Πως η απόφαση της Κίνας για τις σπάνιες γαίες ενισχύει την επένδυση για το γάλλιο
Η απόφαση της Κίνας να θέσει κάτω από αυστηρό κρατικό έλεγχο 36 ορυκτά, σπάνιες γαίες και κρίσιμα μέταλλα, όπως το γάλλιο ενισχύει τις προοπτικές για τη στρατηγική επένδυση της Metlen Energy & Metals στις εγκαταστάσεις της θυγατρικής της “Αλουμίνιον της Ελλάδος” για την παραγωγή γαλλίου, με στόχο την κάλυψη της αγοράς της Ευρώπης.
Σύμφωνα με το πρακτορείο Argus οι νέοι κανονισμοί του Πεκίνου, που τέθηκαν σε ισχύ στις 15 Ιουνίου, ορίζουν για πρώτη φορά επίσημα τα 36 ορυκτά, σπάνιες γαίες και κρίσιμα μέταλλα ως εθνικά και υπό διοικητικό έλεγχο, σηματοδοτώντας την επισημοποίηση και την ενίσχυση του νομικού πλαισίου της Κίνας για τη διαχείριση κρίσιμων αυτών υλικών, που θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά για τις νέες τεχνολογίες.
Δεδομένου πάντως ότι ήδη τα υλικά αυτά βρισκόταν υπό έλεγχο, το Argus εκτιμά ότι ο άμεσος αντίκτυπος στις αγορές spot είναι περιορισμένος, καθώς πολλές από αυτές τις πολιτικές -συμπεριλαμβανομένων των ποσοστώσεων εξόρυξης, των ελέγχων εξαγωγών και των μηχανισμών αποθήκευσης- έχουν ουσιαστικά εφαρμοστεί σε όλο τον τομέα των μετάλλων εδώ και αρκετά χρόνια.
Η αντίδραση στα Χρηματιστήρια όμως, για τις εισηγμένες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στους τομείς αυτούς ήταν άμεση, με τις τιμές των μετοχών τους να ανεβαίνουν απότομα μετά την ανακοίνωση, ενσωματώνοντας τις προσδοκίες για αυστηρότερη διαχείριση της προσφοράς και μεγαλύτερη τιμολογιακή ισχύ.
Η νέα επένδυση της Metlen, που εγκρίθηκε τον Μάιο από τη Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεωνσυν, αφορά σε μονάδα παραγωγής γαλλίου προϋπολογισμού 340 εκατ. ευρώ, η οποία θα χρηματοδοτηθεί με επιχορηγήσεις και φοροαπαλλαγές , συνολικού ύψους 118 εκατομμυρίων ευρώ. Η εταιρία έχει ήδη προχωρήσει στην πρώτη πιλοτική παραγωγή, με 5 κιλά γαλλίου και στόχος είναι με την ολοκλήρωση της επένδυσης η παραγωγή της να φθάσει στους 50 τόνους ετησίως, ποσότητα που καλύπτει τις ανάγκες της Ευρώπης.
Ειδικά για το γάλλιο, όπως αναφέρει το Argus, η αγορά έμεινε σταθερή μετά τις ανακοινώσεις της Κίνας, ενώ το προηγούμενο χρονικό διάστημα οι τιμές είχαν μειωθεί. Οι παραγωγοί δεν φάνηκαν πρόθυμοι να δεχτούν χαμηλότερες τιμές, επικαλούμενοι το σταθερό κόστος παραγωγής και το αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον.
Το συμβόλαιο του Ιουλίου αυξήθηκε σε 2.050 γιεν /κιλό, από 1.960 γιεν/κιλό στις 15 Ιουνίου και 1.940 γιεν /κιλό στις 11 Ιουνίου.
Στην Ευρώπη η αξιολόγηση της Argus για το γάλλιο 99,99% παρέμεινε αμετάβλητη στα 2.500–2.600 δολάρια/κιλό, μετά την αύξηση της περασμένης εβδομάδας.
Η λίστα των υλικών για τα οποία η Κίνα έλαβε τα πρόσφατα μέτρα περιλαμβάνει 25 μεταλλικά προϊόντα όπως σίδηρο, χαλκό, αλουμίνιο, τιτάνιο, βανάδιο, μαγγάνιο, χρώμιο, χρυσό, ασήμι και υλικά μπαταριών, συμπεριλαμβανομένου του λιθίου, κοβαλτίου και νικελίου. Επίσης 17 στοιχεία σπάνιων γαιών, βολφράμιο, αντιμόνιο, κασσίτερο και μολυβδαίνιο, καθώς και δευτερεύοντα και ημιαγωγικά μέταλλα όπως γάλλιο, γερμάνιο, ίνδιο, ρήνιο, νιόβιο, ταντάλιο, βηρύλλιο, ζιρκόνιο και άφνιο.
Ο νέος κανονισμός αφορά ακόμα έξι ενεργειακούς πόρους, όπως του αργό πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα, μεθάνιο, κοιτάσματα άνθρακα και σχιστολιθικού αερίου, καθώς και ουράνιο, και πέντε μη μεταλλικά υλικά όπως κρυσταλλικός γραφίτης, φωσφορικό άλας, κάλιο, φθορίτης και χαλαζιακή άμμος υψηλής καθαρότητας.
Με το νέο πλαίσιο, μεταξύ άλλων θα καθορίζονται ετήσιες ποσοστώσεις εξόρυξης για την αποφυγή υπερπαραγωγής, ενώ οι εγκρίσεις για νέα δικαιώματα εξόρυξης και εξερεύνησης θα ενοποιηθούν σε κεντρικό επίπεδο. Οι αρχές θα περιορίσουν επίσης τον αριθμό των αδειών εξόρυξης που χορηγούνται για ένα μόνο κοίτασμα.
Παράλληλα θα θεσπιστεί ένα στρατηγικό σύστημα αποθεμάτων τριών βαθμίδων που θα περιλαμβάνει αποθέματα προϊόντων, αποθέματα χωρητικότητας και αποθέματα πόρων. Η αποθήκευση θα διεξάγεται από κοινού από το κράτος και τις επιχειρήσεις, με τα αποθέματα πόρων να αναμένεται να διατηρούνται για τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Ο κανονισμός υπογραμμίζει τις συνεχιζόμενες προσπάθειες της Κίνας να εξασφαλίσει τον έλεγχο των κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού ορυκτών, με πιθανές μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην παγκόσμια διαθεσιμότητα, την τιμολόγηση και τις εμπορικές ροές σε βασικά προϊόντα.











